ΑΠΟ ΤΟ

 ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΣΥΜΗΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ

    της Μαρίας Μιχαλαριά-Βογιατζή (Βραβείον Γλωσσικής Εταιρείας Αθηνών)

 

 

Σημείωση 1.

Επειδή η Συμαϊκή διάλεκτος είναι τραχειά, αντικαθιστώ

1,Το ντ με το λατινικό d

2,Το μπ με το λατινικό b

3,Το γκ με το λατινικό g

Σημείωση 2.

Η Συμαϊκή διάλεκτος δεν έχει λέξεις που να αρχίζουν από καθαρό ζ. Τούτο εις την ομιλία εκφράζεται ως τζ. π.χ. Ζοωπηγή = Τζωποιή (η), ζώον (το) = τζώ, Ζώνη (η) = τζώνη, ρύζι (το) = ρύτζι, ζαλίζομαι = τζαλίτζομαι, ζυγίζω = τζυάτζω. Ένεκεν τούτου το γράμμα ζ εκλείπει από το παρόν λεξικό.

Σημείωση 3.

Εις την Συμαϊκή διάλεκτο είναι εν χρήσει το ουδέτερο άρθρο μπροστά από τα κύρια ονόματα, αρσενικά ή θηλυκά. Π.χ. (το)Μερκουριό = ο Μερκούρης, (το) Γιαννιό = ο Γιάννης, (το) Θιλημονιό = ο Φιλήμονας, (το) Βασιλειό = ο Βασίλης, (το) Νικητιό = ο Νικήτας, (το) Μαργιό = η Μαρία, (το) Ρηνιό = η Ειρήνη, (το) Φωτενιό = η Φωτεινή, (το) Τζαbιό = η Ισαβέλλα ή Ιζαμπώ, (το)   Κατερινιό = η Κατερίνα, (τ΄) Αννικιό = η Άννα, (το) Λεφτεριό = η Ελευθερία, (το) Λενιό = η Ελένη, κλπ.

Σημείωση 4.

Ο μέλλων, σχηματίζεται με τη βοήθεια του ρήματος «θέλω». Πχ.ά γράψω θέλω=θα γράψω, ά φάω θέλω=θα φάγω, ά πάω θέλω=θα πάω, άρτεις θέλεις;=θα έλθεις: ά φάεις θέλεις;=θα φάς; ά πάεις θέλεις;θα πάς; ά πάμεν θέλουμε στο bάνιο=θα πάμε στο μπάνιο, ά πάτες θέλητε στο χορό;=θα πάτε στο χορό; ά πάει θέλει μόνο η αερφή μου=θα πάει μόνο η αδελφή μου.

 

    αγροικησιά (η)   = η παρακοή, η απείθεια. π.χ. Δε μωρή έκεια αγροικησιά bαιδί. = Δές  βρέ εκεί πέρα απείθεια παιδί.

   ακαμάτης(ο) = ο τεμπέλης. Πληθ. (οι) ακαμάτηδες.  Θηλ. (η) ακαμάτρα.  Πληθ.(οι) ακαμάτρες. Παροιμία: «Οι ακαμάτρες κι΄ οι λολλές / βρίσκου dis Μοίρες τις καλές.» = «Οι τεμπέλες και οι τρελλόμυαλες επιτυγχάνουν στον γάμο.»

  αgόρφι (το) = κόσμημα ασημένιο κρεμασμένον από του τραχήλου. Φέρει κατά διαστήματα υαλίνους πύργους ποικίλων χρωμάτων και παριστάνει συνήθως τον ΄Αγιον Γεώργιον ή τον ΄Αγιον Δημήτριον. Υπάρχουν και αgόρφια εις σχήμα τετραγωνικό. Είναι από ασήμι  και αυτά και η άλυσίς των είναι χονδρή. Η λέξις «αgόρφι» απάντά στο ακόλουθο Δημώδες της Σύμης:

«Χτενάκιμ-μου λαφάδενο

 μη gόψης τα χρουσά μαλλιά

και ΄πώ του-τα του χρουσοφού

και κόψει τα γοdάκια σου

τα πάνω και τα κάτω σου

και κάμει "αgόρφι" gαι Σταυρό.

Τον Σταυρόν να προσκυνούμε

gαι τ΄ αgόρφιν να φιλούμε.»

 

      Αgλαβή (η)   = το προικοσύμφωνον. Η Αgλαβή συνετάσσετο υπό του Αρχιερατικού Επιτρόπου.  Ελέγετο ακόμη και «τεσκερές». Περιελάμβανε δε η αgλαβή:  1) Τα έπιπλα και σκεύη οικιακά (χάλκινα, ορειχάλκινα).  2) Τα κλινοσκεπάσματα και τον ρουχισμό.  3) Τα χρυσαφικά και ασημικά.  4) Τα ακίνητα (σπίτι, χωράφι).  5) Τα μετρητά. αν υπήρχαν. Αν δεν υπήρχαν την ώρα του γάμου, αλλά τα είχαν γράψει στην αgλαβή, υπέσχοντο τα ανήλικα αδέλφια της νύφης να πάνε «ατζαμήδες»  μηχανικοί  (δύτες) των σφουγγαριών και από τον μισθόν των  να τα δώσουν.  Η αgλαβή ήρχιζεν με τας ευλογίας των προικιζόντων.  Υπεγράφετο υπό του πατρός της νύφης και του αφελφού και του γαμβρού.

       Ακούμια( τα) := oι λουκουμάδες, π.χ. «Ρυτζένα ά τα κάμητε Φωτενάκι d΄ ακούμνια σας ;» = Με ανάμειξιν αλεύρου και βρασμένου ρυζιού θα κάμητε Φωτεινούλα τούς λουκουμάδες σας ;  «Ακούμια» κάμνει κάθε μητέρα και μοιράμει  στην γειτονιά μόλις βγεί το πρώτο δοντάκι τού παιδιού της για της ευχηθούν να βγάλει και άλλα ανώδυνα.

      Αλουστίνα : = νεράϊδα του κάμπου. Πληθ. (οι) Αλουστίνες. Οι Αλουστίνες, κατά την φαντασίαν του Συμιακού λαού, φορούσαν στο κεφάλι άσπρα μαντήλια και έβγαιναν από τα άντρα των, την 1ην Αυγούστου (εξ ού και το όνομα Αυγουστίνες > Αλουστίνες). Η ώρα 12η μεσημβρινή ήτο η ώρα της εξόδου των. Οι παλιές Συμιακές επί τή βάσει αυτού του θρύλου, δεν επήγαιναν στα περιβόλια των την 1η Αυγούστου μη τυχόν και συναντήσουν καμμιάν Αλουστίναν, γιατί θα τις έπιανε στον χορό και αφού τις τσάκιζε στην κούρασι, θα τις παρέσυρε μυστηριωδώς εις το άντρον της, και θα τις εξηφάνιζε. Επίσης, οι παλιές Συμιακές δεν έκοβαν να φάνε σύκο την 1η Αυγούστου. Ήσαν, εκείνη την ημέρα, αφιερωμένα στις Αλουστίνες. Αν καμμιά Συμιακιά παρασπονδούσε και έτρωγε, θα την τρέλλαιναν οι Αλουστίνες

    αμουσία (η)   πατήστε-4  = η κουνουπιέρα. π.χ. «Βάλε Χαρίκλεια, και την αμουσία ά μή-μας φάουν οι κουνούποι = Βάλε Χαρίκλεια, και την κουνουπιέρα να μην μας φάνε τα κουνούπια

     αόψε =  απόψε (χθές βράδυ ή σήμερον βράδυ). π.χ. «Λέεις ά βρέξει αόψε;» = Λές να βρέξη απόψε;  «Έν-έππεσα αόψε γούλη dήν νύχτα -Δεν κοιμήθηκα απόψε (χθές) όλη την νύχτα.     

     απλόϋρος(ο). = Εκ παραφθοράς της λέξεως διπλόγυρος-διπλούς γύρος. Π.χ. «Πέ-ρασε μωρή, Μαργιών ,απού το Gαταράχτην α πάης στο Χωρίο γιατί απού τη Gαλή dή  Στράταν είναιν απλόϋρος = Πέρασε, βρε Μαργιώ, από τον Καταράχτη (δρόμος που ενώνει τον Γιαλό με το Χωριό)  να πας στο Χωριό, γιατί από την Καλή τη Στράτα είναι διπλόγυρος.

    αποκρέβαττος (ο) πατήστε-2 - = Ο κενός χώρος κάτω από το συμιακό σοφά. Μέσα στον αποκρέβαττο διατηρούσαν οι παλιές συμιακές νοικοκυρές, το Συμιακό κεχριμπαρένιο κρασί μέσα σε νταμιτζάνες ή έκρυβαν τις κρούππες (τα πυθάρια) με τα φρυγμένα σύκα ή φραγκόσυκα για κουμπάνια του χειμώνα.

     Βαρβάλακκας (ο) = ο βρυκόλακας. ΄Απ΄ όλους τούς βρυκόλακες της Σύμης αθάνατος έμεινε ο «βαρβάλακκας της Νανούς» . Περιεφέρετο στην περιοχήν  «Νανού>> και ήτο μεγαλόσωμος, βλοσυρός και επιθετικός (κατά την παράδοσιν). Γνωστή είναι η φράσις που αποδίδεται εις αγριανθρώπους που τους παρομοιάζουν με τον Βαρβάλακκα.  «Πρέ βαρβάλακκα της Νανούς έμ-μας παρατάς! » = Βρέ που μοιάζεις με τον βρυκόλακα της Νανούς, δεν μας κάμνεις την χάρι!

     βολά (η) = η φορά π.χ.« Μιάβ-βολά g΄ ένα gαιρό,» = Μια φορά κι  ένα καιρό. Σημείωσ. Έτσι άρχιζε η γριά Συμιακιά  το παραμύθι της στα εγγονάκια της, μαζεμένοι γύρω από την θερμάστρα με κάρβουνα, τα χειμωνιάτικα βράδυα).

     βοράτζω = αγοράζω π.χ. «Πόσα τις εβόρασες τις μένουλλες Χαρτωμενιό;» = Πόσα τις αγόρασες τις μένουλες, Χαριτωμένη; (κύρ. όν.)

     Γιαπράκια (τα) = οι ντολμάδες, «΄Α κόψεις τα φυλλαράκια της άσπρης κρεβαττής ά κάουμε γιαπρακάκια.» Να κόψεις φυλλαράκια της άσπρης κληματαριάς να κάνουμε ντολμάδες. Υποκορ. γιαπρακάκια (τα) π.χ. ΄Ας «είχα δυό γιαπρακάκια φαβαδένα!» = 'Ας είχα δυό ντολμαδάκια από φάβα.

    γούλος  = όλος, θηλ. γούλη = όλη, ουδ. γούλο = όλο  π.χ. «Γούλος ο κόσμος κάεται στο ποδάρι μέ τόσ-σεισμό» = Όλος ο κόσμος κάθεται επί ποδός με τον σεισμό.

    Γιαλλού  (η)  =   κακό πνεύμα που τα μεσάνυχτα μπαίνει στα σπίτια που έχουν αβάπτιστο παιδί  και το πνίγει.  Είναι η αρχαία  Αϊλλιώ  ή  Αελλώ. Π.χ. « Αdριά, άρκεσαι νωρίς στο σπίτιν-να κλειδώννουμε dή-bόρταν, α μην έbη η Γιαλλού και πνίξει το μωρουδάκιμ-μας.»   -   Ανδρέα,  να έρχεσαι  ενωρίς  στο  σπίτι για να κλείνουμε την πόρτα  να  μη  μπεί  η  Γιαλλού και πνίξει το μωράκι μας.   Παροιμία:  «η κακομοίρα η Γιαλλού  /  τα δικά της ρίχτει αλλού.»  Λέγεται  για  κάποιαν που καθιστά μιαν άλλη υπεύθυνη, για κακές πράξεις, που έκαμε, αυτή μόνον.

    γιμώννω  = γεμίζω νερό από την στέρνα, αντλώ νερό. π.χ. «Κάθε μέρα dής γιμώνουμε δυό τενεκέδες νερόν απού τη γιστέρνα μας». = Κάθε μέρα της γεμίζουμε δύο ντενεκέδες νερό  από την στέρνα μας.

    γουννέλα (η)  = Η αρχαία φορεσιά της συμιακιάς γυναίκας.  Έμπαινε από μέσα από το «τσουρδί» δηλ. το κοντό παλτό σαν εφάπλωμα. Η γουννέλα δεν είχε μανίκια. Ήτο κόκκινη υφαντή με κόκκινο βαμβάκι ή μαλλί. Κάτω – κάτω είχε μικρό κέντημα.

    γουννελλάτη   (η)   =  η γυναίκα  που  φορεί  την αρχαία συμιακιά φορεσιά  (την γουνέλλα). Η γουνέλλα της γουννελλάτης στα πολύ παλιά χρόνια λεγόταν «αdερί» (το).  Η συμιακιά γουννελλάτη φορούσε και χρυσά πασουμάκια,  τις «κουdούρες».

    gρεμμάρια (τα)  = οι κρημνοί, π.χ. «΄Εδωκέ-dα κάτω ο Γιορδαμνής, ο τσοπάνης κι επόμεινε στό-dόπο στα gρεμμάρια της Σετιάς.» = ΄Επεσε ο Ιορδάνης ο τσοπάνης και έμεινε επί τόπου νεκρός στους κρημνούς της Σετιάς.

    δέρω  = δέρνω. Παθητ. δέρομαι. Π.χ. «Μωρή Αφαίdρα, δέρει σας, μωρή, ο καινούργιος ο δάσκαλος = Βρε Φαίδρα, σας δέρνει, βρε, ο καινούργιος ο δάσκαλος;

    Δημο(γ)έροdας (ο)  = ο Δημογέροντας π.χ.«Ποιός ήbεδ-Δημο(γ)έροdας; - Ο Βενιαμής» = Ποιος μπήκε Δήμαρχος; - Ο Βενιαμίν.

   θαμμάτζω  = θαυμάζω. Π.χ. «Θαμμάτζω, Χατζηενάκιμ-μου, την απομονήσ-σου μ΄ αφτό-dο δαίμοdρα-dον αdρα bούχεις.»  - Θαυμάζω την υπομονή σου, Χατζηδενάκη μου (κυρ. όνομ.) με τούτον τον διάβολο τον άνδρα που έχεις.

    ινναί = ναι. π.χ. «Εσύ τόδειρες το Γιαννιό bλαϊα;  -Ινναί! Γιατί εκωτσονόφρισε dήν όρνιθάμ- μου.» = Εσύ τον έδειρες τον Γιάννη Πελαγία;  -Ναι γιατί πείραξε την κότα μου.

   καλητέρεσι  (επίρ.)  = άδικα, αναίτια, π.χ. «΄Ηρτεν αξάφνου, η Αννίκα, εχτές στο σπίτιμ-μας κι έβρισέμ-με και καλητέρεσι. » =  Ήλθε ξαφνικά η ΄Αννα χθές στο σπίτι μας και με ύβρισε και μάλιστα άδικα (χωρίς λόγο).

   καbανελλόπετρα (η) = πέτρα πλατειά, με θολωτήν κεφαλή και στρογγυλήν οπήν, στο πάνω μέρος της. Την μετεχειρίζετο ο δύτης των σφουγγαριών, για να την κρατά και να βαραίνη να κατεβαίνη στον βυθόν, κατ΄ ευθείαν, πάνω στο σφουγγάρι που επεσήμανε. ΄Από  την οπήν της πέτρας, εδένετο σχοινί το οποίον ο δύτης είχε στερεωμένο στο χέρι του.  Τετράστιχο θαλασσινό: «Νάμου-gαbανελλόπετρα / τριγύρωστολ-λαιμόσ-σου / για νάρκουμου-bουλλάκιμ-μου / κάθε λεφτόν ομπρός σου».

    καννιαρό (το)  = το αδύναμο παιδί, το καχεκτικό. Π.χ.«Καννιαρόν είναι gαί το κοράκι dού Μουχελλή» = Αδυναμάκι είναι και το κοριτσάκι του Μιχάλη.

    κάομα  (έπιρρ.)  =  πώ, πώ! Για τ΄  ο όνομα του Θεού!). π.χ.«Κάομα, γυναίκα στόμα!» = Πώ, πώ, αθυρόστομη γυναίκα!.  «Κάομα,  π-πώς ιλλάσσου dούς αθ-ρώπους  τα  γρόσα!» =  Πώ, πώ, πώς αλλάζουν τους ανθρώπους (τον χαρακτήρα των ανθρώπων ) τα λεφτά.

    κάομαι =  (α) είμαι παρών. Παρατ. εκάουμουν, εκάουσουν, εκάετο, εκαούμεττα, εκαήστε, εκαούdα. π.χ. «Μήνι-χτυπάς, μωρή κοράκιμ-μου, τη bόρτα-dής  ΄Αφέδρας! έ gάεται καένας μέσα. » =  Μην χτυπάς, βρε κοριτσάκι μου, την πόρτα της Φαίδρας. Δεν  κάθεται κανείς μέσα.  (β)  κάομαι = αναπαύομαι, αδρανώ. π.χ.  «Ετσεά πιό-bού καταφέρτημ-μ΄ ό-ουτη-dή-παλοαρώστειαν, έ-gάμνω δουλειές και κάομαιι σταυράκια, γούλη-dήν ημέρα.» =  ΄Ετσι που κατήντησαμ΄ αυτή την συχαμερήν αρρώστεια δεν κάμνω δουλειές και κάθομαι, με σταυρωμένα χέρια, όλην την ημέρα.

    καρναλλή (η) =  αγρόξυλο μαλακό στο σκάλισμα από κορμό μικρού δένδρου με 3 ή 4 διακλαδώσεις. Κρεμόταν με τροχαλίαν από την στέγην της κρεβατοκάμαρης του Συμιακού σπιτιού.Πάνω στα κλωνιά της καρναλλής ήσαν περασμένα κουλλούρια βουτυρένα του Πάσχα. Από την καρναλλή κάθε πρωί έπιαναν κουλούρια για το πρωϊνό ρόφημα της οικογενείας που ήτο αφέψημα φασκόμηλου ή ρίγανης, μέχρις ότου εξαντληθούν. Το έθιμο της καρναλλής εξέλειψε προ τριακονταετίας.

    Κλιθαρένο (το) = το κριθαρένιο ψωμί. στα παλιά χρόνια της Σύμης οι οικογένειες των ποιμένων έσπερναν κριθάρι και έκαναν κουλλούρες κριθαρένιες πασπαλισμένες με μέλασσα. 

    κλουθώ  = ακολουθώ. π.χ.  «΄Εχω ένα gαττάκι-gι΄ όπου πάω κλουθά-μου.» = ΄Εχω ένα γατάκι κι όπου πάω με ακολουθεί.

    κοdο(γ)ούννι (το)  =  κοντή  ζακέτα  για την  στολή της Αμαλίας από τσόχα ή βελούδο  (μαύρο,  μπλέ,  πράσινο).  Αυτή τη φορεσιά φορούσαν οι Συμιακές μετά  την  φορεσιά  της  γουννελλάτης.  Το κοdούννι εφάρμοζε πολύ στη μέση.

    κοράκι (το) \=  το κοριτσάκι. π.χ. «Τούνους είσαι , μωρή κοράκι;»  =   Ποιανού είσαι , βρε κοριτσάκι;

    κατηβαίννω  = κατεβαίνω. Προστακτ.: κατήβου. β΄ πληθ. προσ. κατηβήτε. Αόρ. εκατήβη. Μέλλων: ά κατηβώ θέλω

    κούκκος  (ο) = σκούφος πλεκτός , μάλλινος ή από νήμα , πλεγμένος  με  4 βελόνες  ή  με κροσέ βελονάκι.  Στην κορυφή του,  που  ήταν  πλατειά  είχε ένα μεγάλο πλεκτό κουμπί ή μια μικρή φούντα. Τον κούκκο τον έβαζαν οι ναυτικοί.

    Κουκκουμάς  (ο) = (έθιμον της Σύμης). Αλλαχού λέγεται «Κλείδωνας». Η γιορτή   του    Κοκκουμά. Στη Σύμη γίνεται στις 2 του Μάη. Σ΄ αυτήν λαμβάνουν μέρος νέοι και νέες. Στο κέντρο του σαλονιού, τοποθετείται  πάνω  σ΄   ένα  τραπεζάκι, ένα  μπρούτζινο  ή  χάλκινο ταψί. Πάνω στο ταψί, τίθεται  ένα  πήλινο  ενετικό  δοχείο  με  επάλειψη  χρυσού  στο μέσον, το λεγόμενο  φλεσκουρένιο  ξυστί  (το ) ή απλώς  φλεσκουρί ή ξυστί d΄ αγιασμού. Μέσα  σ΄  αυτό  βάζουν αμίλητο νερό, δηλ. νερό που μια νέα, που λαμβάνει μέρος  στην  γιορτή,  πηγαίνει  και κλέβει  από  7  σπίτια,  που η πρωτοκόρη τους ονομάζεται  Ειρήνη. Κι αν της μιλούν την ώρα που κλέβει το νερό από  την στέρνα κι αν  την υβρίζουν κι  αν την δείρουν ακόμη, δεν πρέπει να  μιλήσει. Αφού  μαζευτεί  το  αμίλητο  νερό, λίγο από κάθε σπίτι, ρίχνουν οι  νέες  και  οι  νέοι μέσα  σ΄  αυτό  ένα χρυσό ή αργυρό αντικείμενο. Ο Κοκκουμάς  σκεπάζεται  με  ένα κόκκινο πανί και πάνω στο πανί συμβολικά τίθεται  ένα  κλειδί  και ο Κοκκουμάς  κοιμάται.  Τούτο  συμβαίνει γιατί έχει προσωποποιηθεί ο Κοκκουμάς και πιστεύεται πως είναι μεγάλο Πνεύμα, που επενεργεί, δια μέσου  του αμίλητου νερού, στις τύχες των νέων  και μόλις ξυπνήσει θα τους  φανερώσει τα μέλλοντα. Το πρωί της άλλης μέρας, μόλις βγει ο Ήλιος, οι νέοι και οι νέες καθισμένοι σε χαμηλά σκαμνάκια, γύρω από το ταψί, τραγουδούν  δίστιχα  για να  ξυπνήσουν  τον Κοκκουμά χτυπώντας  με  τα δάχτυλα  την περιφέρεια  του ταψιού: «Για ξύπνα, ξύπνα Κουκ-κουμά /και μηβ-βαροκοιμάσαι /γιατί  ο  ύπνος  ο πολύς /βαραίνει  και χαλά-σε».Η αρχηγός  της  γιορτής  βγάζει  από το ξυστί ένα-ένα τα χρυσά αντικείμενα και  κρατώντας  κάθε  ένα στο χέρι κλεισμένο, απευθύνεται στους νέους και νέες να  φωνάξουν  ένα όνομα.  Αν το αντικείμενο,  που βγήκε από το ξυστί, ανήκε στο κορίτσι και  φωνάζουν  οι νέοι  και νέες «Γιώργης» θα παντρευτεί ένα νέο με το όνομα  «Γιώργης».  Αν ανήκει σε νέο και φωνάξουν «Μαρία» θα παντρευτεί  ο νέος  μια Μαρία.  Μόλις βγούν όλα τα αντικείμενα από το  ξυστί,  συνοδευόμενα  πάντοτε με  το προμάντεμα της τύχης, η αρχηγός της γιορτής, ρίχνει στο αμίλητο νερό πολύ αλάτι και με το νερό αυτό το αλμυρό ζυμώνει και πίττα αλμυρή. Την τηγανίζει και την κόβει σε μικρά κομματάκια, τόσα όσοι είναι οι νέοι και οι νέες της γιορτής. Δίνει  στην κάθε μία  ένα  κομματάκι  και αυτή  το  τρώει  προτού πάει να κοιμηθεί. Στον ύπνο θα δει πως πίνει νερό από κάπου. Αν, στο σπίτι που ήπιε νερό, έχουν αγόρι, θα παντρευτεί αυτόν ή κάποιον συγγενή τους.

    λάουρα  (η)  =  η γυναίκα  που  έχει  βάσκανο  μάτι.  π.χ.«Είδεμ-με η λάουρα που ψούνιτζα;  Έ,  έθ-θά τα φάω μεν  την  υγειά  μου.» = Με είδε η βασκανομμάτα που  ψώνιζα;  Έ, δεν θα φάω τα ψώνια με την υγειά μου.  Αρσεν. (ο) λάουρος. Υποκορ. (το) λαουρί.

    λιμένω = αναμένω , περιμένω . π.χ.  «Κατερινιό  λίμενε , άταα παρακάτω, κι έρκομαι.» = Κατερίνα , περίμενε εδώ, πιο κάτω , και φθάνω.

    μαέβγω = (α) μαζεύω, συναθροίζω. π.χ. «Μαεύγω ξυλαράκια για τόχ-χειμώνα.» = Μαζεύω ξυλαράκια για τον χειμώνα.  (β) μαεύγω  =  περιορίζω, π.χ. «Μάεψε τη-gόρησ-σου Φλουργιό, γιατί έτ-τίρδισε.» =  Μάζεψε την κόρη σου, (περιώρισε την δράσιν της κόρης σου) Φλώρα, γιατί έφθασε στο ζενίθ.

Ρήμα:  τ-τιρδίτζω = εξωκείλω (φθάνω στο ζενίθ, αγριεύω).    

    Μαϊδιά (τα) = τα λεφτά. Ωνομάσθηκαν μαϊδιά γιατί κυκλοφορούσαν περισσά κατά τον μήνα Μάϊον ότε εναυτολογούντο οι δύτες των σφουγγαριών. Υποκορ. (τα): μαϊδάκια = τα λεφτάκια. π.χ. Πόσα μαϊδιά βαστάς; = Πόσα λεφτά κρατάς;

    μάππα (η) = η μπάλα. Δημώδες :  «Μάππα, μάππα,  τήμ-Μιλιά / πάννε  ρώτα τη γριά, / πόσα  χρόνι α θε να τζή /  στου παπά  το μεατζί /dα πελιστέργια της πετού-/gι ερκούdαι  στην  ναυλήμ-μου / και τρώουμ-μου,το χώμαμ-μου / και πίννου-dό νερόμ-μου. /  Κι εγώ το  χώμαθ-θέλω-το /ά  χτίσω μοναστήρι /να βάλω μέσα κα-λουργιές  / κι  απ΄ όξω   καλοήροι».   (Όρα  «Παίζουν  της  Σύμης  τα  παιδιά», Μαρίας  Μιχαλαριά - Βογιατζή, Λαογραφικό Τμήμα Ακαδημίας Αθηνών 1963).

    με(γ)αλάτος,  -η,  -ο = ο αριστοκράτης, ο επίσημος, π.χ. «Οι πρώτες, καθού-κλες,  λέει,  είναι  για  τους  με(γ)αλάτους.  Εμείς, και καλά, τζα είμεττε ;»= Οι πρώτες καρέκλες,  λέει, είναι για τους επισήμους. Εμείς δηλαδή, ζώα είμαστε;   

    με(γ)άλος, η , ο = μεγάλος, ο σπουδαίος, π.χ. «Με(γ)άλες δουλειές κυνηά το Νικητιό κι έθ-θα τα βγάλει πέρα.» = Μεγάλες επιχειρήσεις αναλαμβάνει ο Νικήτας και θα πέσει έξω (δεν πιστεύω να τα καταφέρει).

    μεατζί  (το)  = το  μαγαζί, π.χ. «Εγράψα-dης-της Αττής και σπίτι-gai μεατζί,>> =  Της προίκισαν της Ανθής και σπίτι και μαγαζί.  

    μεθαίρω = σηκώνω τα πιάτα από το τραπέζι και τακτοποιώ τα πάντα. Η λέξις προέρχεται εκ του αίρω = σηκώνω, π.χ. «΄Αμμα φάτε, ΄Α(π)οπαdή, ά μεθάρης κιόλα τη-gουτζίνα.» = Όταν φάτε Υπαπαντή, να σηκώσητε και τα σερβίτσια από το τραπέζι και να τακτοποιήσετε και την κουζίνα.

     Μισοκοφτί (η) =  η μουσταλευριά, «Λιμένω ά κινιάσου-dα φραγκόσυκα καλά, ά κάμω μισοκοφτήν ά πέψω της αgόνης μου στην Αστραλία >>. = Περιμένω να ωριμάσουν καλά τα φραγκόσυκα να κάμω (με τον χυμόν των) μουσταλευριά να στείλω και τυς εγγονής μου, στην Αυστραλία. 

    μολέρω = (α) αφήνω τι ελεύθερο. π.χ.  «Εμολαρές-τη bάλαι σεργούνι gι εσκούνιαρεν  ο κόσμος.»  =  ΄Αφησες  πάλιν  ελεύθερο το αέριο σου, γουρουνόπαιδο  και βρώμισες  το  περιβάλλον. Παρατ.  Εμόληκα  =  έχω αφήσει (β) μολερώ   =  εκπυρσοκροτώ. π.χ. «Εμόλαρε dης Παναγιάς το κανόνι gαι όπου κι αν είσαι,α που-dό  Χριστόν Ανέστη.» - Εκπυρσοκρότησε  το κανόνι της Παναγίας  και  σε  λίγο  (ως εκ συνθήματος)  θα πουν το «Χριστός Ανέστη». Τώρα  το  κανόνι  της  Μεγάλης  Παναγιάς δεν υπάρχει πια. Χάθηκε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά την ανατίναξη από τους Γερμανούς, της Εκκλησίας. Η Μαρία Μιχαλαριά-Βογιατζή στην α΄ ποιητική συλλογή της «Οι Καϋμοί της Σύμης» (Αθήνα ,1955),το αποθανάτισε με το παρακάτω ποίημα: «Εθ-θά μολάρης  πιο- bοττέ  της  Παναγιάς  κανόνι. / Εσύ που μέσα στη σκλα-βιά /  εμίλας   για  λευτεριά ν/ gαι γλύκαιναν  οι πόνοι  ./ Κάθε  μεσάνυχτα Λα-μπρή  / με τον γλυκό σου κρότο / μες ΄στηβ-βωβάρα-dης  βραδυάς / τα σκλαβω-μένα  μας   παδιά / εσύ  χαιρέτας  πρώτο. Πούσσαι  και  τώρα α  χαρείς / στης Σύμης  μας  το Κάστρον / α διπλοχαιρετάς  παδιά/που ξιτινάξα - dη σκλαβιάν/gι είδαν , ειρήνης άστρο;».

    μονοτάρου (επίρ.) = όλως διόλου. π.χ. «Μοτάρου πελέβαρος είσαι, κακόμοιρε Κουμνενή.» =  Όλως διόλου σαχλάκιας είσαι, καϋμένε Κομνηνέ.

     μουσάdρα (η) πατήστε-3 = το πατάρι πάνω από την κουζίνα του Συμιακού σπιτιού. Εδώ οι Συμιακές έκρυβαν τις κουμπάνιες των.

    μουχούρτα (η) = πήλινη βαθειά λεκάνη για σούπα. Υποκορ. (το) μουχουρτί.  π.χ. «΄Εσπασεν, η Σταματία, τημ-μουχούρτα gi  ήβγε  gi΄  άοπάνω = ΄Εσπασεν η Σταματία, την πήλινη λεκάνη και έβγαλεν και γλώσσα. 

    ναgάτζω (επίρρ.)  = βιάζομαι. π.χ. «Κάτσε, bάρβα, ά σού κάμω και καφεδάκι.  - Με ναgάτζω, ανέψον, ά πά να δέσω τηβ-βάρκα ά μήνι χτυπά όξω.» =  Κάθισε, θείε, να σου κάμω καφεδάκι.  - Μά, βιάζομαι, ανεψιά, να πάω να δέσω την βάρκα, να μην χτυπά στην ξηρά.

    Νανού  (η) = όρμος πριν από το λιμάνι του Ταξιάρχου Πανορμίτου ξεκινώντας από τον Γιαλό.

    ν-νοίω =  ανοίγω. Προστακτ. ν-νοίξε = άνοιξε  Παροιμία:  «Μήνι  ν-νοίεις τολ-λάκκο d΄ αλλουνού, γιατί άbης ο γίδιος μέσα». = Να μην ανοίγεις τον λάκκο του άλλου γιατί θα ταφής μέσα ο ίδιος. Μεταφορικώς: Να μην επιδιώκεις να κάνεις κακό σε άλλο γιατί η αμαρτία θα σε κυνηγήση.

    ξέω = ξεύρω, γνωρίζω. π.χ. «Ο  αgόνας  μου,  εγεννήθη  κι  εθράφτη   στο ξωτερικό  κι  εμ-μάς  ιξέε ι καθόλου.»  =  Ο εγγονός μου, γεννήθηκε και μεγάλωσε στο εξωτερικό και δεν μας γνωρίζει καθόλου.

     ξίστα (η) = πήλινο δοχείο, για νερό, από άσπρο ή κόκκινον πηλό. Οι σφουγγαράδες της Σύμης, έφερναν από την Βεγγάζη, Τρίπολι και Dέρνα της Αφρικής, στα παλιά χρόνια ξίστες από άσπρον πηλό, που παρίσταναν την Κλεοπάτραν, ορθήν, με τα δύο χέρια τοποθετημα συην μέση της που που ήταν ταυτόχρονα και τα χέρια της ξίστας.

    ομπρός  (επίρρ.) = εμπρός, Δίστιχο σούστας: «Ομπρός στο gάβο-gάεται / η βέργα του κλημάτου / η όμορφη μιστοκαρφιά / του Γεροσολυμάτου» =  Μροστά στον κύκλο του χορού κάθεται ο κλώνος της κληματαριάς (ο ευλύγιστος), αυτός που μοιάζει και με το ωραίο γαρύφαλλο των Ιεροσολύμων.

    πααίνω = πηγαίνω . Μετοχή, πααιννωμένος, -η,-ο.  π.χ. «Που πααίνεις  απ΄ το πορνόμ-με  το  συκολόϊν   Αττή;   -  Στον Γιαλλό-bααίννω ,  Σταυρίν , α πάρω κομμάϊ - gριατάκι.» -  Που πηγαίνεις από το πρωί με το καλάθι, Ανθή;- Στο Γιαλό πηγαίνω, Σταύρο, να πάρω λίγο κρέας. «Πααίννεις στο σκο-λειό ,  Γιωργάκι;  (το)  -  Γόχι  θειά !  Εbααίνω  ακόμα.» =   Πηγαίνεις   στο σχολείο Γιωργάκη;- Όχι θεία! Δεν πηγαίνω ακόμη.

    παλουκκώνω  = σκοτώνω κάποιον, πετώντας του ένα κομμάτι ξύλο στο κεφάλι ή φοβερίζοντας τον, με ένα ίσιο ξύλο, να καθίσει στη θέση του. π.χ.  «Έλα ,  παλουκκώθου πιόν,  άταα κόdα μου» =  Έλα στήσου εδώ ακίνητος κοντά μου.

    παραβγόλι  = το παρατσούκλι  π.χ.  οι  «τσοπάνηδες  εβγάλαν ο ένας τ΄ Αλλουνού  παραβγιόλια  κι  εξιάττουσα-d΄  απαλεθινά  τω  dα  ονόματα.»  = Οι τσοπάνηδες  έδωσαν  ο ένας  στον άλλον παρατσούκλια και ξεχάσθηκαν τα πραγματικά τους ονόματα. 

    πελιβαδώ = κυκλοφορώ, βγαίνω στην επιφάνεια. π.χ. «Τώρα π΄  α βρέξη, α πελιβαδήσου gι΄  οι καραβόλοι.» = Τώρα που θα βρέξει, θα βγουν στην επιφάνεια και τα σαλιγκάρια.

    πηλίνα (η) = η ακατάστατη, αυτή που φορά λερωμένα ρούχα, ή αυτή που γυρίζει στους δρόμους ατημέλητη,  π.χ. «Πάννε μέσα στο σπίσ- σου, μωρή πηλίνα ά πλύννης κομμάϊ-dήμ-μούρησ-σου, πούβγες όξω, στα στονομύρια, ά τα σάσης, σε ξένες υποθέσεις = Πήγαινε, βρε ακατάστατη, μέσα στο σπίτι σου, να πλύνης λίγο το πρόσωπό σου, παρά που βγήκες στους στενούς δρόμους (στους δρομίσκους) να συζητάς (να ανακατεύεσαι) σε ξένες υποθέσεις. 

    πιbίλλα = λεπτή δαντέλα,  πλεγμένη  με   μεταξωτή  ή  λινή  κλωστή,  μεβελόνα  του  ραψίματος.  Η πιbίλλα   ήταν  δύο ειδών:  α)  Αυτό το είδος της πιbίλλας τοποθετούταν  κάτω-κάτω, στον περίγυρο του μανικιού των πουκαμίσων, της συμιακιάς γουνελλάτης,  που ήταν  από μπρουζούκι  δηλ. ύφασμα, μπεζ χρώματος, σίγουρο και λεπτό. Μπρουζούκι , είναι παραφθορά του «Προυσού-κι» δηλ. ύφασμα της Προύσας όπως και bρουσανός (ο)  =  Προυσάνος, δηλ.κάτοικος  της   Προύσας.  β)  είδος  πιbίλας : Αυτό  το  είδος  πιbίλας,  πλεκόταν γύρω-γύρω από τα μαντήλια του κεφαλιού(τις λεγόμενες σκούφιες).Οι κλωστές ήταν ποικιλόχρωμες, κόκκινες, κίτρινες, πράσινες. Η μαστόρισσα που έπλεκε, κατ΄ επάγγελμα τις πιbίλλες, λεγόταν  πιbίλλενα. Υπάρχει  ακόμη  σήμερα στο  ΝΑ΄ μέρος του νησιού και λίγο πιο κάτω από το  Νεκροταφείο  της Αγίας  Μαρίνας του χωριού, τοποθεσία, γνωστή με το όνομα της Πιπίλλενας, εκ παραφθοράς της λέξης «Πιβίλλενας», δηλ. ιδιοκτησία της γυναίκας που έπλεκε στο νησί τις πιbίλλες (τις δαντέλες).

 πλουμί (το) = διάκοσμος ανάμεσα στο υφαντό (στο κιλίμι, στην κουρελλού, στην υφαντή κουβέρτα). π.χ.  «Έκαμεμ-μου,κάτι πλουμιά  στην-bαννενίαν μου, η Αναστασά,  άστα! » =  Μου έκανε  κάτι  διάκοσμους  (σχέδια και χρώματα) στην κουρελλού μου, η Αναστασία, που δεν λέγονται (ή πάρα πολύ ωραία ή, θαύμα!).

 πλουμιστός ,   ή,   ό = ποικιλόχρωμος.  π.χ.  «Α  πάω-θέω,  α  μου ράψη, το Φωτενιό  - gαέναφ  - φουστανάκι , σκούρο, γιατί αυτά που΄χω είναι-γούλα πλουμιστά κι έgαμνε α τα  θορώ, γιατί έχουμε-dου  εξαέρφου μου το πέθθος.» = Θα  πάω  να μου ράψει ,  η Φωτεινή,  ένα φορεματάκι σκούρο γιατί αυτά που έχω είναι ποικιλόχρωμα και δεν μπορώ να τα φορέσω, γιατί έχουμε το πένθος του εξαδέλφου μου.

    πλοϋριστά (επιρρ.) = με πλάγιο τρόπο, έμμεσα.π.χ. «Επέθανεν-dις απερασμέ-νες,  στη- bικάτζαν  ο  άdρας  της   Αλεμήνας   κι ε-d ά ξέει. Πολεμού να της τα που  - bλοϋριστά,  γιατί  έχει και τη-gαρδιά-dης και φοοούdαιν-α μη-bομείνη.» = Προ ημερών, πέθανε στη Βεγγάζη ο σύζυγος της Αλκμήνης και δεν το ξέρει.  Προσπαθούν  να  της  το πουν με  πλάγιο τρόπο γιατί πάσχει από την καρδιά της και φοβούνται μήπως μείνει από συγκοπή.

    πλοϋρώ  =  κάμνω ένα στρίψιμο, γύρω από ένα σπίτι ή από ένα βουνό (κάμνω έναν απλό-γύρο).  π.χ.  «Πούναι,  dο  σπίτι-dού  Δημοσεένιού, Αττή; -Να α  πλοϋρήσητ ε την  Νεκλησά-d΄  Αϊ-Γιωργού,  ά  το  βρήτε.» = Που είναι το σπίτι του Δημοσθένη, Ανθή;  -  Να, θα στρίψετε γύρω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου να το βρείτε.

    πομένω = α) απομένω, μένω παραμένω. π.χ. «Επέθανεν ο Μουχελλής κι επομείναμ-μές' στο δρόμο-dά κοράκια του. Μήε μάνα έχουμ-μηέ αφέdη.>>Απέθανε ο Μιχάλης και απέμειναν μέσα στο δρόμο (αδέσποτα, ορφανά) τα κοριτσάκια του. Ούτε μητέρα έχουν ούτε πατέρα.  «Πολλές βολές, Δικαινιό, τα βράδυα πομένω νηστική για να τα βγάλω πέρα>>. = Πολλές φορές Δικαία, τα  βράδυα μένω νηστική για να μπορέσω να σταθώ οικονομικώς.  β)  πομένω = υπομένω, ανέχομαι καταστάσεις, παίρνω υπομονήν λόγω ανάγκης. π.χ.  «Κάομαι, Χρουσάττη, με τη bεττεργιά  gαι δουλεύγω, σά σκυλλίν απού το πορνόν ως το βραδύ και πομένω ώστου-νάbη το στεφάνι. Ύστερα, άμμα θάbη, ας με κυνηού.» = Κάθομαι, Χρυσάνθη, με την πεθερά και δουλεύωσαν σκυλί από το πρωί ως το βράδυ και παίρνω υπομονήν μέχρις ότου να μπή το στεφάνι. Όταν πια μπή, άς με κυνηγούν.

    πορνό (το)  =   το  πρωϊ. π.χ. «Εγώ λέω, Θεολογία  (κυρ. όνομα) α μη-bάμεν από - σπέρας   στις  εληές.  Α  σηκωστούμ ε-bιό καλά το πορνό-bρίμ-μυττήση ο νήλιος   α   πάμε.» = Εγώ λέω, Θεολογία, να μη πάμε αφ' εσπέρας να κόψουμε  ελιές.   Να σηκωθούμε καλύτερα το πρωί πριν βγει ο ήλιος, να πάμε.

    ππεσό  (το) = ο ύπνος.  π.χ.  «Εγώ, στο ππεσόμ-μου, είμαι βολικιά. Όπου  τόβρω κι όππως τόβρω.»  =  Εγώ στον ύπνο είμαι εύκολη. Όπου τόβρω κι όπως τόβρω (χωρίς πολυτέλειες). Απαντά και ο τύπος κοιμησό (το) = ο ύπνος.

     ποφανάτος, -η, -ο = ευπαρουσίαστος, -η, -ο, π.χ. «Τζαbέττα, έκαμα μιάν-νύφφη...  ποφανάτη σε γούλα της. Ρέεσαι ά τηθ-θωρείς ά πορπατή, γή να μιλά.» = Ιζαμπώ, απέκτησα μιάν νύφη.....   ευπαρουσίαστη σε όλα. Ορέγεσαι να την βλέπης όταν περπατή και να την ακούης όταν μιλά.

    ππωματιά (η) =  η σπρωξιά, το σπρώξιμο. π.χ. «Νάδε, Καλλιρρόη, ά ρμηνέψης, από τώρα και να πάη το παιδίσ-σου ά κάμνη καλά, γιατί έδωκε μια ππωματιά-dου Δαμιανού κι επέταξε-gάτω κι έσπασε dο μπουκκάλλι dο γάλας και λλίον ήτον να κόψη τηχ-χέρα dου.» =  Για δες Καλλιρρόη, να συμβουλέψης, από τώρα και στο εξής, το παιδί σου, να συμπεριφέρεται καλά, γιατί έδωσε μια σπρωξιά στον Δαμιανό κι έπεσε χάμω κι έσπασε το μπουκάλι με το γάλα και λίγο έλειψε να κόψη και το χέρι του.   

   προυτζουκένο(το) = το υποκάμισο της παλαιάς Συμιακιάς φορεσιάς που είναι καμωμένο από ύφασμα της Προύσας. Τα μανίκια του προυτζουκένου υποκαμίσου, απέληγαν στην λεπτή δαντέλλαν, καμωμένη από τις Συμιακές, με τη βελόνα του ραψίματος. Στο άνοιγμα του προυζουκένου υποκαμίσου (μπροστά, στο μέσον του στήθους)  έβαζαν  τις  μπούκλες  κι έκλειε. Ήσαν οι μπούκλες (= τα εγκόλπια) 2 ή 3 και ήσαν ασημένιες ή χρυσές ή επίχρυσες, αναλόγως της οικονομικής καταστάσεως  της οικογένειας.

    ρέσκω = αρέσω  π.χ.  «Έμμου  ρέσκει,  το  Νικητιό,  της ανεψιάς  μου ο άdρας. ΄Ασκημο  χαβάν  έπιαε  με  τα  χαρτιά  κι  εθ-θά  καλοπάη.»  =  Δεν  μου αρέσει ο άδρας της ανεψιάς μου, ο Νικήτας. Άσχημο  δρομολόγιο έπιασε με την χαρτοπαιξία και δεν θα προκόψει στη ζωή.

    ρκινώ = αρχίζω  Παρατ.: ερκίνου.  Μέλλων: ά ρκινήξω θέλω. Αόρ.: ερκίνηξα Μετοχή: ρκινησμένον είναι (αρχισμένο είναι).  Αρσ.: ρκινησμένος, θηλ. ρκινησμένη.  Απαντά και ο τύπος  ρκεύγω π.χ. «Μήνι ρκινάς καμιάδ-δουλειά-dη-Τρίτη, γιατί πάει γρουσουτζά κι έ bιτυχαίνεις.» =  Να μην αρχίζεις καμμιά δουλειά την Τρίτη, γιατί είναι γρουσούζικη μέρα και η δουλειά σου δεν θα επιτύχη .

    Σινίγλια (τα) = κουλούρια πασπαλισμένα με σουσάμι, που έκαμναν οι Συμιακές και κάμνουν ακόμη ώς σήμερον, το σαραντάμερον δηλ. μέσα στις 40 ημέρες προ των Χριστουγέννων, για να ξεγελάσουν τα παιδιά τις ημέρες της νηστείας. Εις τα σινίγλια, δίδεται το στρογγυλόν σχήμα ή το σχήμα του γράμματος β εις πλαγίαν θέσιν ή του αριθμού 8.

   σικλέττι (το) = η φούρια, η βιασύνη. π.χ. «Μήφ-φύης σήμμερο, Γιακουμίνα, γιατί ΄ναι-gακωσύνη. Σικλέττιμ-μαθέςέχεις;»  -Μη φύγης,  Ιακωβίνα, σήμερον, γιατί είναι κακοκαιρία. Φούριαν έχεις δηλαδή; (επί τέλους).

    σκαφίδι  (το) = κούνια  ξύλινη από ξύλο καρυδιάς για τους εύπορους και από ξύλο Τεργέστης για τους φτωχούς. Το καρυδένιο σκαφίδι, είχε πλατειά σκαλιστά  πόδια και στα πλάγια του γοργόνες ή αγγέλους σκαλισμένους. Μια ξύλινη  βέργα  πάνω από  το σκαφίδι και κατά μήκος του, στερεωμένη με δύο μικρές και λεπτές κολώνες, ύψους 20 πόντων, χρησίμευε για να στερεώνεται η κουνουπιέρα του μικρού από τούλι ή δαντέλα.

   σκουντουφλιάτζει (απρόσωπο) = σκοτεινιάζει. π.χ. «΄Ελα, σηκώσου, Στρατία, ά πααίνουμε, γιατί σκουντουφλιάτζει (βραδυάζει) κ΄ έθ-θά φέgουμε Έλα, σήκω Ευστρατία, να πηγαίνουμε, γιατί σκοτενιάζει και δεν θα βλέπουμε.

    σουφάς  (ο)  πατήστε-1 -=  ο σοφάς .  Ξύλινο πλατύ κρεββάτι εφηρμοσμένο στον τοίχον, της στενόμακρης συμιακιάς σάλας και καρφωμένο πλάι του. Οι σουφάδες ήσαν δύο: Ο ένας στο πάνω μέρος της σάλας και ο άλλος στο κάτω. Ήτο ψηλός και ανέβαινες σ΄ αυτόν  με τέσσερα σκαλοπάτια ή πέντε (ξύλινα). Ο σουφάς στην όψιν του,  προς την σάλα είχε ξύλινα κολωνάκια, που ελέγοντο παρμακλίκια.  Στον σουφά, εκοιμώντο οι νεόνυμφοι. Από την κάτω πλευράν, ο σουφάς ήτο κοίλος και είχε δύο πορτρούλες ένθεν και ένθεν των ξύλινων σκαλοπατιών. Ο χώρος αυτός κάτω από το σουφά, ελέγετο αποκρέββατος. Εις τον αποκρέββατον , εφυλάσσετο το σιτάρι της οικογένειας   που έβγαζαν από τα χωράφια τους και το οποίον άλεθαν, στους συμιακούς ανεμόμυλους, της τοποθεσίας Νουλιά. Επίσης, στον σουφάν από κάτω, δηλ. στον αποκρέββατο, εφυλάσσοντο και οι μεγάλες νταμιτζάνες με το κεχριμπαρένιο συμιακό κρασί και οι κρούππες (τα πυθάρια) με σύκα φρυγμένα, φραγκόσυκα, μουσταλευριά, για κουμπάνιες του χειμώνα. Εις τον μικρόν σουφάν της κουζίνας εκοιμώντο τα παιδιά. Κάτω από τον αποκρέββατο του σουφά της κουζίνας εφυλάσσοντο τα ξύλα, τα κάρβουνα, το δαδί το πετρέλαιο, τα κοφίνια. Ο σουφάς της κουζίνας ήτο μικρός και ελέγετο σουφαδί (το). Η πεντάλφα (το σχήμα της πεντάλφας) ήταν πολύ εν χρήσει στη Σύμη, και ετίθετο πάνω από την εξώπορτα (στην καμπύλη της πόρτας, προς το εσωτερικό του σπιτιού) ή οπουδήποτε αλλού, για να μην πλησιάζουν τα κακά πνεύματα. Την πεντάλφαν, εσχεδίαζαν με την φλόγαν του κεριού του Πάσχα που έφερναν από την εκκλησίαν, αναμμένο μέσα σ΄ ένα φανάρι. Τώρα η πεντάλφα, αντικατεστάθη με το σχήμα του Σταυρού, που με ίδιο κερί σχεδιάζεται πάνω από το κοίλωμα του τοίχου της εξώπορτας (προς το εσωτερικό).

     στραβοκλείδι (το) = Σύρμα χονδρό, σιδηρούν, εις σχήμα μικρού τόξου και μήκους μιάς και ημισείας σπιθαμής. Μ΄ αυτό άνοιγαν τις πόρτες των οι παλιές Συμιακές αντί κλειδειού σημερινού.

      τεφαρίκι (το) = το ωραίο πράγμα, το εξαίσιο το σπάνιο σε ωραιότητα, π.χ.  «Εφύτεψα επέρυσσι, μέσα σε μιάν γλάστρα έναφ- φυτουδάκι τσαρδελλί και τώρα εθράφη g΄ ε(γ)ίνετο dεφαρίκι-bράμα.» ΄Εφύτεψα πέρυσι, μέσα σε  μια γλάστρα ένα μικρό φυτό γεράνι και τώρα μεγάλωσε κι΄ έγινε εξαίσιο (ωραιότατο).

     τζαρώννω  = αποκτώ ρυτίδες. π..χ. «Μωρή Φωτενιό, ετζαρώσαμεμ-μωρή κιόλα! Πού-dα νειάτα, πού-dα κάλλη, που λέει και το τραούδι.» = Βρέ Φωτεινή, γεμίσαμε ρυτίδες από τώρα! Πούν τα νειάτα, πούν τα κάλλη που λέει και το τραγούδι, β) τζαρώννω  =  συμμαζεύομαι στην γωνιά από φόβο. π.χ. «Εγώ στη γυναίκα μου, έδ-δώννω πολύ χαλινάρι. Μια-gουβέντα-dής λέω και τζαρώννει ευτύς.» = Εγώ στη γυναίκα μου δεν δίνω μεγάλον αέρα. Μιάν λέξη της λέω κι αμέσως μαζεύεται στη γωνιά.

      τζώ (το )  = το ζώον, (γεν, του τζού = του ζώου).Πληθ.:τζά (τα) = τα ζώα (γεν. των ζώων). π.χ. : «Εγώ γαπώ, πολύ-bράμα dα τζα.. Ένι ξέουν α μιλήσου σα-g΄εμανάς, μα καταλαβαίνου-dα γούλα.» = Εγώ αγαπώ πάρα πολύ τα ζώα. Δεν ξέρουν να μιλήσουν ,όπως εμείς, αλλά όλα τα καταλαβαίνουν.

     τσαbουνίτζω  =  λέγω συνεχώς και χαμηλοφώνως προσβλητικά λόγια εις βάρος κάποιου, που είναι παρών ή φλυαρώ εις βάρος κάποιου άλλου. π.χ. «Τε-bου τσαμπουνίτζεις  και κάεσαι, μωρή Σταματουλλί Μοναχή σου μιλάς; Εσκάρταρες μαθές; = Τι κάθεσαι και μονολογείς μες΄ στα δόντια σου, βρέ Σταματία;  Μόνη σου μιλάς; Τρελλάθηκες δηλαδή;

    τσιμιά (η) = το τζάκι. π.χ. «Και τι μπράμα-da παλιά τα χρόνια. Κάθε σπιτάκιν έχε-gαι τη τσιμιάν-dου κι΄ έφτα-dα ξυλαράκια κι έβρατζεν ο κόσμος.» =  Και τι ωραία που ήσαν τα χρόνια τα παλιά. Κάθε σπιτάκι είχε το τζάκι του και άναβαν τα ξυλαράκια και εζεσταίνετο ο κόσμος. 

    τσιdίκι (το) = το τσεντίκι. Είναι ποιμενικό ανδρικό παπούτσι, είδος μπότας, από προβιά χρώματος κίτρινου σκούρου. π.χ. «Βγάλε τα παπουτσάκια σου και βάλε τα τσιdίκια / και πιάε και τοχ- χιεπέ και πάννε στα κατσίκια.»  =  Βγάλε τα παπουτσάκια σου  και βάλε τις ποιμενικές μπότες και πιάσε το ποιμενικόν σακκίδιον και πήγαινε να βοσκήσης τα κατσικάκια

     φήννω  = αφήνω, Αόρ.: έφηκα. Μέλλ. : ά φήκω θέλω (θα αφήσω). Προστακτική: φήκε = άφησε. π.χ.: «Έφ-φήνω   καμμιάν ά μου οπλύννη τα τσανάκια μου, γιατί σ-συγχαίνομαι  =  Δεν αφήνω καμία  να  μου  πλύνει  τα  πιάτα  γιατί σιχαίνομαι.

    φοούμαι =  φοβάμαι. π.χ. «Γιατί, Έρηνιό, έ-gοιμάσαι στο σπίσ-σου και πααίννεις και κοιμάσαι στης αερφής σου;  -Φοούμαι, Τζαbιό! Μοναχή γυναίκα΄μαι.  Ξέεις τε bα μου λάχει;»  = Γιατί, Ειρήνη δεν κοιμάσαι στο σπίτι σου και πηγαίνεις και κοιμάσαι στης αδελφής σου;  -Φοβάμαι, Ίζαμπώ! Μόνη γυναίκα είμαι. Ξεύρεις τι μπορεί να μου συμβή;

     φτιώ  = φταίω, είμαι ένοχος.  π.χ.:   «Μουρέ  παιδάκιμ-μου, κόψε τις σκέσες με τ΄  Αυδοκιού τη-gόρη.  -Φτιώ  εγώ, μάνα; Αυτή με κυνηά.  Εγώ λολλός είμαι α τηφ- φήνω;  ΄Αμμα  τηφ-φήκω,  α μου κάμη και ν-νά !» =  Βρε παιδάκι μου, κόψε τις επαφές με την κόρη της Ευδοκίας. - Φταίω εγώ, μητέρα; Αυτή με κυνηγά. Εγώ  είμαι  τρελός να την αφήσω;  Όταν  την αφήσω, θα μου κάνει και μούντζες!

     φτόνος (ο)  =  η ζήλια.  π.χ. : «Με(γ)άλο φτόνον έχει η Τζωπη(γ)ή της-bαξεβάνισ-σας  μας  η  κόρη,  με το κοράκιμ-μου, γιατί εκείνη ΄ναι-bλατομούρα κι ολόμαυ-ρη,  σα  gαϊσά,  και  το  κοράκιμ-μου ΄ναιν  άσπρο με τα τσακκίρικα με-ματάκια, σαν Εgλετζάκι.» = Μεγάλη ζήλεια έχει η Ζωοπηγή, η κόρη της κηπουρού μας με το κοριτσάκι μου, γιατί εκείνη είναι πολύ μελαχρινή, σαν Αραπίνα Αϊσά, και με πλατύ πρόσωπο (μούρη = πρόσωπο) ενώ το κοριτσάκι μου είναι άσπρο, με γαλανά ματάκια, σαν Εγγλεζούλα.

    χαdήστε = πάμε. Είναι το αρχαίον χαδέστε.  Απαντά και ο τύπος χάdες. Π.χ. «Χαdήστε, Αναστασά, ά μαέψουμε-gαραβόλους, απού τηδ-Δρακούντα.»  = Πάμεν, Αναστασία, να μαζέψουμεν από την Δρακούντα (τοποθεσία με αμπελοχώραφα, χωρίς οικισμούς) σαλιγκάρια. Η τοποθεσία αυτή, ωνομάσθη Δρακούντα, γιατί εδώ υπάρχει το μνήμα ενός δράκου, με πελασγικές πέτρες, ο οποίος, λέγει η παράδοσις, ελυμαίνετο την περιοχή και δεν άφηνε ζώον και σπαρτό. Τον σκότωσαν με ομοβροντίαν όπλων τρείς τσοπάνηδες.

    χτουκιό  (το)  = η φυματίωση, η φθίσις. π.χ. «Γούλη η φαμίλια του Σταυριού, έφηεμ-με το χτουκιό,γιατί έν-εκάμα-gαθαριότηταν-άμμα επέθανεν η μάνα τω,-g΄ έχαdα-γούλα-τω-gούλλου-χαβάτι.  Αυτή η αρώστεια,  όξω κι΄ από μακρυά, θέ- λειμ-μάτια  ανοιχτά.  Ειδεμή  παίρει  και  πάει το μικρόβιο.» = Όλη η οικογένεια του  Σταύρου έφυγε  με  την φυματίωση, γιατί, όταν πέθανε η μητέρα τους, δεν έκαμαν  καθαριότητα  και  τα είχαν όλα ανάκατα (τα πιάτα της με τα πιάτα τους, τις κουβέρτες της με τις κουβέρτες τους). Αυτή η ασθένεια, ας είναι μακριά από εμάς, θέλει μεγάλη προσοχή. Διαφορετικά, απλώνεται και πάει παντού το μι-κρόβιο.

     ψυχιμός  (ο) = η κόπωσις, η κούρασις. π.χ. «Έχω-σου ένα ψυχιμόμ-μάμμη ! Έπήα κι ήρτα, απ΄ τον Γιαλό, δυό βολές, κι έπλυννα και λ-λία ρουχαλλάκια τω bαιδιώ κι έν-έχω τώρα ανάκαρα, μηέ να φάω.»  =  Έχω μια κούραση, γιαγιά !  Πήγα κι ήρθα απ΄ τον Γιαλό δυό φορές και έπλυνα και λίγα ρούχα των παιδιών, και δεν έχω κουράγιο, ούτε να φάω.

     ψόφος  (ο) = (κατάρα) θάνατος.  π.χ.: «Ψόφος α  σ΄ εύρη σοϊσή!» = Θάνατος να σ΄ εύρη, αλήτη.  β) Ψόφος (ο)  = πειναλέος. Θηλ.: ψόφα (η). Ουδ.: ψόφικο (το). π.χ. :  «Ψόφα  πούναιν-η Αλεμήνα!   ΄Αμμα ΄ρτη , στο σπίμ-μας, από  γούλα μας γυ-ρεύει.  Και  να πης π-πως ένι-βγάλλει ο άdρας της;»  = Πειναλέα είναι, η Αλκμήνη.   Όταν έλθει στο σπίτι μας, μας ζητά απ΄ όλα. Και να πείς, πως δεν κερδίζει λεφτά, ο σύζυγος της;

  Ο σουφάς  (πατήστε-1) -- Ο αποκρέβαττος   (πατήστε-2) -- Η μουσάντρα   (πατήστε-3) - - Η αμουσία  (πατήστε-4).

 

 Σύντομο βιογραφικό σημείωμα:Η Μαρία Μιχαλαριά-Βογιατζή γεννήθηκε στη Σύμη της Δωδεκανήσου στα 1913. Μετά τις γυμνασιακές της σπουδές, φοίτησε στην Ακαδημία Ρόδου από την οποία και έλαβε πτυχίο (1929-31). Το 1940 με τελεσίγραφη διαταγή του Ιταλού Διοικητή Δωδεκανήσου De Vecchi παύθηκε για λόγους εθνικούς και εξορίστηκε στον Μαρμαρά της Μ. Ασίας. Επέστρεψε στη Σύμη μετά την απελευθέρωση των νησιών, με τη βοήθεια του Ελληνοβρετανικού Συνδέσμου Κατασκοπείας. Το 1947 φοίτησε στην Ελληνική Ακαδημία Ρόδου και έλαβε πτυχίο δασκάλας.Υπηρέτησε επί 35 χρόνια στα Σχολεία Σύμης και Ρόδου.  Στα Ελληνικά Γράμματα παρουσιάστηκε το 1955, με την ποιητική της συλλογή «Καϋμοί της Σύμης».Από τότε πρόσφερε ένα πραγματικά αξιόλογο έργο, τόσο λογοτεχνικό (ποιητικές συλλογές, στην κοινή ελληνική και τη συμαϊκή διάλεκτο), όσο και λαογραφικό, γλωσσολογικό, παιδαγωγικό.  Πολλές διακρίσεις, βραβεύσεις και επαινετικές κριτικές γνωστών πνευματικών ανθρώπων πλαισιώνουν το έργο της. Έγιναν τιμητικές εκδηλώσεις, η προσφορά της δε, όσο περνά ο καιρός και όσο παρουσιάζονται έργα της στο κοινό, εδραιώνει τη λαμπρή θέση της στους τομείς στους οποίους ασχολήθηκε.