Η ΔΗΜΟΓΕΡΟΝΤΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΗΣ - Ι

πτυχές από τη διοικητική δράση και αντίδρασή της (1895-1900)

 

Κείμενο-Αφήγηση: Νίκος Χατζηνικήτας

 

Πατήστε εδώ για την αφήγηση - Μπορείτε και να το αποθηκεύσετε.

   (εφ. ΠΡΟΟΔΟΣ, 10-6-2001)

Μας θέλει αφοσιωμένους σ΄  αυτήν η σημερινή εποχή, ολόκληρους δοσμένους στα γρανάζια της. Ό,τι υπήρξε, ό,τι έζησε, ό,τι πέρασε είναι σα να ΄σβησε, σα να ΄ναι νεκρό. Ούτε για λίγο δε μας αφήνει να βρεθούμε σε χαλάρωση. Μας απορροφά με ένταση και μας κρατά δεμένους στο άρμα της η καθημερινότητα. Είναι μεγάλη και σκληρή η μάχη, ούτε πατηματιά για να σταθείς όρθιος για περισυλλογή, για περιπλάνηση στην ιστορία, ανάσα για μια σκέψη, μια σύγκριση του χτες με το σήμερα, για να μπορέσεις με ηρεμία και σιγουριά να συνθέσεις την προοπτική του αύριο. Το ξεκίνημα και η κατάληξη συντελείται στο ίδιο σημείο.

Όμως το Συμπόσιο του Δήμου Σύμης, πατώντας με το ένα πόδι στο θεσμό της Δημογεροντίας και με το άλλο στη σημερινή Τοπική Αυτοδιοίκηση, πιστεύω ότι κινείται ισορροπημένα, γιατί συνδέει και δεν απομονώνει την ιστορία. Γι΄   αυτό το καταστάλαγμα θα ΄ναι ένα αληθινό μήνυμα που θα περιορίζει τη φλεγόμενη πραγματικότητα.

Οι Δωδεκανήσιοι το 1832 κατέφυγαν στην ελληνική κυβέρνηση και τις προστάτιδες δυνάμεις για να συμπεριληφθούν και αυτοί στο νέο ελεύθερο ελληνικό κράτος (συνθήκη της Κωνσταντινούπολης). Ούτε οι διαμαρτυρίες ούτε και τα διαβήματα ευδοκίμησαν και γι΄ αυτό παρέμειναν κάτω από την τουρκική κυριαρχία, εφαρμόζοντας τους ελληνικούς νόμους μέχρι το 1835. Στο διάστημα αυτό δεν έπαυσαν να αγωνίζονται, για να μείνουν μακριά από τη διοικητική εξάρτηση του Τούρκου πασά της Ρόδου.

Προτιμούσαν να βρεθούν στην αγκαλιά της αυτόνομης ηγεμονίας της Σάμου παρά να συνεχίσουν να ζουν χωρίς την ελπίδα να εξουσιάζουν τον εαυτό τους. Έβαλαν στο περιθώριο τις δυσκολίες που θα δημιουργούσε στην αυτοδιοίκηση και την οικονομική ζωή η απόσταση και επιμένουν. Η κατάσταση στο εσωτερικό της Τουρκίας δεν αφήνει περιθώρια στο Μαχμούτ το Β΄ να αντισταθεί. Απαντώντας στις επίμονες προσπάθειες και πιέσεις των Δωδεκανησίων εκδίδει το 1835 φιρμάνι με το οποίο ξαναφέρνει σε ισχύ τα παλιά προνόμια που είχε παραχωρήσει ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής. Σύμφωνα μ΄ αυτά οι νησιώτες πλήρωναν στον κατακτητή ένα εφάπαξ ετήσιο χρηματικό ποσό, τη Μακτού, χωρίς καμιάν άλλη φορολογική υποχρέωση, ενώ αποκτούσαν επί πλέον το δικαίωμα για ολοκληρωμένη αυτονομία και αυτοδιοίκηση.

Το προνομιακό αυτοδιοικητικό σύστημα του 1835 το κατάργησε η οθωμανική κυβέρνηση και επιδίωξε να εντάξει τα νησιά μέσα στο διοικητικό σύστημα της αυτοκρατορίας, πιστεύοντας ότι έτσι δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να επιτύχει η σχεδιαζόμενη διοικητική αφομοίωση της περιοχής. Η αρχή έγινε με βίαιο τρόπο από τη Σύμη. Η τουρκική κυβέρνηση σταδιακά με διάφορες προφάσεις από το 1869 αφαιρούσε ένα - ένα τα δικαιώματα των κατοίκων.

"Ούτω το πολίτευμα ελάμβανε διαφόρους εναλλαγάς, αναλόγως των παρουσιαζομένων εκάστοτε αναγκών και περιστάσεων, μέχρις ότου τελευταία κατέληξεν η διαχείρισις των πραγμάτων να ασκείται υπό των δύο Δημάρχων, των δώδεκα Συμβούλων, και των δύο Ελεγκτών οίτινες εν γενικαίς γραμμαίς επολιτεύοντο συμφώνως προς τους ανωτέρω θεσπισθέντας κανονισμούς" αναφέρει σε άρθρο του στα Συμαϊκά με τον τίτλο Δημογεροντία και Δημογέροντες.  Εν Σύμη ο ιατρός Παναγιώτης Σκιαθίτης (τόμος Α΄ σελ. 18).

Η επέκταση του συστήματος περικοπής των δικαιωμάτων προχώρησε και στ΄ άλλα νησιά. Τα Δωδεκάνησα αποτελούσαν διοικητική περιφέρεια που υπαγόταν στο Βιλαέτι (μεγάλη διοικητική περιφέρεια στην Τουρκία, Νομός) των Νήσων με πρωτεύουσα βασικά τη Χίο. Το νέο σύστημα τη θέλει χωρισμένη σε δύο υποδιοικήσεις μουτεσαριφίες ή σαντζάκια (υποδιαίρεση του Βιλαετιού): της Ρόδου και της Κω.

Η πρώτη περιελάμβανε τα νησιά της νότιας περιοχής και η δεύτερη με νησιά που ανήκαν στη βόρεια Δωδεκάνησο. Στο σαντζάκι της Ρόδου υπάγονταν οι καζάδες ή καϊμακαμίες δηλ. επαρχίες: της Ρόδου με ναχιέ, δηλ. τμήμα, τη Χάλκη, της Κάσου, της Καρπάθου, του Καστελλορίζου, της Σύμης με ναχιέ την Τήλο. Το διοικητικό σύστημα που επικρατούσε σε κάθε νησί και στο σαντζάκι της Ρόδου και της Χίου ήταν μικτό, κυβερνητικό και κοινοτικό. Την ανώτατη εξουσία σε κάθε νησί ασκούσε ο καϊμακάμης ή έπαρχος με εκπρόσωπό του σε κάθε ναχιέ της επαρχίας του.

Η Δημογεροντία της Σύμης αποτελεί πρωτοβάθμια διοικητική βαθμίδα αρκετά σημαντική για τα κοινά πράγματα στο νησί. Είναι το αυτοδιοικητικό όργανο που ασκεί την εξουσία για ένα χρόνο μέσα από τους Δημογέροντες (2), το Δημογεροντικό Συμβούλιο (12), και τους 24 Συμβούλους, "οι οποίοι απετέλουν, ούτως ειπείν, την γερουσίαν της νήσου, συνεδριάζοντες μετά του Δημοτικού Συμβουλίου προς συζήτησιν των σοβαροτέρων θεμάτων. Εις αμφότερα τα σώματα (12μελές Δημοτικόν Συμβούλιον και 36μελής ευρύτερος σχηματισμός) προήδρευεν ο Α΄ Δήμαρχος. Εάν όμως επρόκειτο περί θεμάτων ενδιαφερόντων την Μονήν του Πανορμίτου, προήδρευεν ο αρχιερατικός επίτροπος" τονίζει ο Καθηγητής Σ. Ι. Αγαπητίδης (άρθρο στα Συμαϊκά Β΄ Τόμος σελ. 18, με τίτλο Θεσμοί και εξελίξεις εις την Σύμην κατά την περίοδον της ακμής).

Ο ίδιος ο Καθηγητής στην επόμενη σελίδα 19 του ίδιου τόμου γράφει. "Η βραχεία θητεία εθεωρείτο ότι συνέβαλλεν εις την μεγαλυτέραν ανταπόκρισιν των Αρχόντων προς το λαϊκόν αίσθημα, αφού συντόμως το εκλογικόν σώμα θα εξέφερε την κρίσιν του επί της πολιτείας των, αναβαπτίζον ή αντικαθιστόν αυτούς".

Η λειτουργία του θεσμού οριοθετείται από τους νόμους της εποχής, τους κανονισμούς της Δημογεροντίας και τις απαιτήσεις της τοπικής κοινωνίας. Είναι αιρετοί άρχοντες και εκφράζουν την θέληση του λαού που εκπροσωπούν.

Έχει δικαιοδοσίες που της επιτρέπουν να ασχολείται με τα τρέχοντα θέματα των δημοτών, με διοικητικά, δικαστικά και άλλα. Μελετώντας τα σχετικά αντίγραφα εγγράφων (επιστολών - εκθέσεων) της Δημογεροντίας βιώνει κανείς τα αγαθά της αυτοδιοίκησης, της εσωτερικής Δημοκρατίας και ευαισθησίας των αρχόντων, χωρίς βέβαια, να τρέφει αυταπάτες. Ξέρει ότι η Σύμη είναι σκλάβα στην "ισχυρή" Τουρκία και προσπαθεί να επιβιώσει με ελιγμούς, χρησιμοποιώντας τα προνόμια, όταν ακόμη ήταν σε ισχύ, το μυαλό, την πονηριά του Οδυσσέα, την απαραίτητη τόλμη, αλλά και την απαράμιλλη πίστη και επιμονή.

Διακρίνεται για την ταχύτητα με την οποία αντιδρούσε στα γεγονότα και σε σκόπιμες διαρροές. Δε διστάζει να καταγγείλει παρανομίες και παραλείψεις ισχυρών ανδρών της τοπικής διοικητικής μηχανής, στους Διοικητικούς Προϊσταμένους τους, ακολουθώντας την ιεραρχία και επικαλούμενη τόσο τις κείμενες διατάξεις όσο και τις υπάρχουσες εγκυκλίους, χωρίς να παραλείπει επιχειρήματα και από την εμπειρία και από τη ζωή.

Χαρακτηρίζεται για την εμμονή της στην έννομη τάξη και την κατοχυρώνει με τις προσπάθειές της. Ξέρει πως μόνο μέσα απ΄ αυτήν μπορούν να ωφεληθούν κυρίως οι αδύνατοι. Η τάση να εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία, προκειμένου να διευκολύνει τη λύση προβλημάτων ακόμη και αυτών της ανανέωσης των μελών των διοικητικών και δικαστικών οργάνων, την οδηγεί στην αυτοεπιβεβαίωση.

Την 22α Απριλίου του 1896 (σελ. αντιγράφων 25) η Αυτού Ενδοξότητα ο Καϊμακάμης Σύμης (προϊστάμενος διοικητικής υπηρεσίας στα χρόνια της τουρκοκρατίας) δεν εφαρμόζει πιστά τη διαταγή του Υπουργείου Εσωτερικών της Τουρκίας. Προχωρεί στη μερική εφαρμογή της και μέχρι του σημείου εκείνου, που εξυπηρετεί τους προσωπικούς του σκοπούς και των ντόπιων φίλων του, όπως αποδεδειγμένα θα φανεί παρακάτω.

Γι΄ αυτό οι Δημογέροντες με επιμονή και σθένος προσπαθούν να αλλάξουν την απόφαση. Παίρνοντας, λοιπόν, αφορμή η Δημογεροντία από τη θέση του τοπικού υποδιοικητή ξεκινά έναν τραχύ αγώνα με την εξουσία, χωρίς την παραμικρή χρονοτριβή, για να ανατρέψει την απόφαση, που παρεμποδίζει τη σωστή λειτουργία της και ενοχλεί το λαϊκό αίσθημα.

Την ίδια μέρα (22-4-1896) που τους επιδόθηκαν οι κατάλογοι, μασματάδες, (αριθ. Διεκπ. 331, σελ. αντ. 25), με τους υποψηφίους απαντούν στον Καϊμακάμη, με στοιχεία και όχι με αοριστολογίες, με ευθύτητα και αποφασιστικότητα, ότι αρνούνται να τους εφαρμόσουν και τους επιστρέφουν, γιατί, ενώ η διαταγή του Υπουργείου Εσωτερικών, η οποία είχε ήδη εφαρμοστεί στην έδρα της Νομαρχίας Νήσων του Αιγαίου, τερμάτιζε την υπηρεσία όλων των μελών του Διοικητικού και του Δικαστικού Συμβουλίου και έδινε εντολή για την αντικατάστασή τους, ο τοπικός διοικητικός εκπρόσωπος της κυρίαρχης εξουσίας συνέτασσε και έστελλε καταλόγους γι΄ αυτούς που η υπηρεσία τους έληξε και όχι για όλους, όπως ήταν το πνεύμα και το γράμμα της διαταγής.

Σχεδόν ταυτόχρονα, 4 Μαΐου 1896 (αριθ. Διεκ. 401 σελ. αντ. 26, 27, και 28) με επιστολή - αναφορά προς την Αυτού Εξοχότητα το Γενικό Διοικητή νήσων του Αιγαίου Αββεδδήν Πασάν, η Δημογεροντία αναφέρει τους λόγους για τους οποίους επέστρεψε τους καταλόγους στον εκδότη τους (Καϊμακάμη Σύμης), και παρακαλεί να μην πραγματοποιηθεί η εκλογή, γιατί αυτή θα είναι αντίθετη με την απόφαση - διαταγή "της Υψ. Υπουργικής Απόφασης, παρατηρώντας ότι συμπεριλαμβάνονται ως υποψήφιοι αυτοί των οποίων η υπηρεσία έληξε, αν και η διαταγή του Υπ. Εσωτερικών αφορούσε την αντικατάσταση όλων των μελών των Συμβουλίων... Δυστυχώς, όμως, ως πληροφορούμεθα, η ενταύθα Υποδιοίκηση ουδόλως προτίθεται να προβεί εις εφαρμογήν αυτής, αναφέρεται στο αντίγραφο της επιστολής.

Και επικαλούμενοι, οι Δημογέροντες, τους λόγους της εγκυκλίου και, επιμένοντας ότι ρητά αναφέρει πως αποβλέπει στη γενική ωφέλεια όλων των υπηκόων, ζητούν από τον ίδιο να μην εξαιρεθεί το νησί από την ευεργετική εγκύκλιο, όταν μάλιστα "επί δεκαεπταετίαν, όλην κατα συνέχειαν, εκλέγονται επανειλημμένως τα αυτά πρόσωπα".

Το ερώτημα είναι γιατί να παραμένουν στην ίδια θέση για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα τα ίδια πρόσωπα; Γιατί άραγε διοίκηση και υπηρέτες της επιδιώκουν την παραμονή τους στα αξιώματα; Πρόκειται για κατεστημένη πρακτική και νοοτροπία, για δένδρο του οποίου τους καρπούς γευόμαστε ακόμη και σήμερα;

Το αίτημα διατυπώνεται πεντακάθαρα και χωρίς περιστροφές από τους Δημογέροντες. "Να ευαρεστηθεί να διατάξει την εκλογή υποψηφίων προς αντικατάσταση πάντων ανεξαιρέτως των μελών του τε διοικητικού και του δικαστικού συμβουλίου συμφώνως τη εννοία της σχετικής Υψ. Υπουργικής Εγκυκλίου" (αριθ. Διεκπεραιώσεως 401/4-5-1896 σελ. αντ. 26, 27 και 28).

Σύντομο βιογραφικό σηνείωμα: Ο Νίκος Α. Χατζηνικήτας αποφοίτησε από το Ιωαννίδειο Δημοτικό Σχολείο το Πανορμίτειο  6/ξιο Γυαμνάσιο της ιδιαίτερης πατρίδας του Σύμης και από  την Παιδαγωγική Ακαδημία Ρόδου. Μετά το στρατό υπηρέτησε στο σχολείο της Ροδιακής υπαίθρου και της πόλης. Ανέπτυξε πλούσια εκπαιδευτική, συνδικαλιστική και κοινωνική δράση ως Διευθυντής σχολείων και ως πρόεδρος και μέλος κλαδικών συλλόγων και κοινωνικών λειτουργιών. Το 1982 διορίστηκε προσωρινός Διευθυντής το κέντρου παιδικής Μέριμνας Αρρένων Ρόδου (Ορφανοτροφείου), με παράλληλα διευθυντικά καθήκοντα στην διεύθυνση πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης του Νομού Δωδεκανήσου. Το 1984, ύστερα από επιλογή διορίστηκε προϊστάμενος στην ίδια διεύθυνση.

         Η κάλπη τον ανέδειξε, για δύο συναπτές τετραετίες, μέλος του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Ροδίων(1986 και 1990). Δραστηριοποίηθηκε στη θέση του Γραμματέα του Δ.Σ. και για πέντε χρόνια στη θέση του αντιδημάρχου. Επί της προεδρίας του στον Πολιτιστικό Οργανισμό του Δήμου Ροδίων ιδρύθηκε το Δημοτικό Ωδείο, αναβίωσαν οι γιορτές των Ανθεστηρίων κτλ. Υπήρξε πρόεδρος του Δ.Σ. πινακοθήκης, του ΚΑΠΗ και μετείχε ως πρόεδρος ή μέλος σε πολλές επιτροπές, όπως Παιδείας, Αθλητισμού και Ειρήνης, Απονομής Τιμητικών Διακρίσεων κτλ. Διορίστηκε μετακλητός Έπαρχος (1993-95) στην Επαρχία Καρπάθου και μετά τη λήξη της θητείας του ασχολήθηκε με την οργάνωση και λειτουργία του Κέντρου Επαγγελματικής Κατάρτισης του Δήμου Ροδίων «Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ»

       Από τη συνεργασία του με την τοπική εφημερίδα <<ΠΡΟΟΔΟΣ>>  προέκυψαν τα βιβλία οι << ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ >> και οι <<ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΠΑΛΜΟΙ>> και από τη θητεία του στο Δ.Σ. του Κ.Α.Π.Η. <<Οι Γεροί της Τρίτης Ηλικίας>>.