ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ  Δ. ΚΟΝΤΟΥ

ΣΥΜΙΑΚΕΣ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ - ΓΝΩΜΕΣ

 ΦΡΑΣΕΙΣ - ΠΑΡΟΙΜΙΟΜΥΘΟΙ

 

ΕΠΙΛΟΓΕΣ

                                                                                      ΑΦΗΓΗΣΗ:Ο ΙΔΙΟΣ

Για να ακούσετε την παροιμία κάνετε κλικ επάνω στην :  Αφήγηση  Μπορείτε και να την αποθηκεύσετε.

         'Α βρέξει ο Μάρτης δυό νερά κι Απρίλ-λης ολοένα

         'α δεις κουλ-λούρια τα παιδιά και πίττες οι παπάδες

         'α δεις ψηλοναπούγκωμα-νν-οι-κλεφτομυλωνάδες.    Αφήγηση

    Όταν ο Απρίλης είναι βροχερός  η γη αποδίδει περισσότερο καρπό.

    Στη Σύμη το πρώτο γεωργικό προϊόν ήταν το σιτάρι. Κάθε σπιθαμί γης εσκάβετο και κάθε οικογένεια είχε τη σοδειά της, κυρίως για να καλύψει τις ανάγκες της.

    Τη λέξη «ολοένα» πολλοί την αντικαθιστούν με το «άλλο ένα».  Όμως παρατήρησα κάποτε που έβρεχε συνέχεια τον Απρίλη, ότι οι γεωργοκτηνοτρόφοι θεώρησαν εκείνη τη χρονιά μια απ΄ τις καλύτερες.

(ψηλοναπούγκωμα = το γύρισμα του μανικιού ψηλά στο βραχίονα)

         Τω-γ-καλών-ν-αντρώ-γ-γυναίκες τον-ν- Απριλ-λομά-χ-χορεύγου΄

         τω-γ-καλών-ν-αντρώ-γ-γυναίκες τον-ν- Απριλ-λομά-χ-χηρεύγου.  Αφήγηση

 

     Στα τέλη του Μάρτη και αρχές τ΄ Απρίλη ξεκινούσαν τα σφουγγαράδικα κι εγίνονταν τα γλέντια της αναχώρησης και κατευόδωσης.  Στις μέρες αυτές της προετοιμασίας για την αναχώρηση η χαρά και η θλίψη συνυπήρχαν.  Ήταν μέρες γλεντιού, ίσως του τελευταίου για πολλούς απ΄ τους αναχωρούντες. Γι΄ αυτό δεν τους έλειπε η θλίψη για έναν ενδεχόμενο οριστικό χωρισμό 

        Έχει κι ο φαρδακλός πνοή-γ-κι συλιούδα σπλήνα,

        έχει κι η μερμερίτισσα σφυλίστρα-νν-είς το στόμα;  Αφήγηση

 

    Ειρωνική έκφραση που απευθύνεται ή αναφέρεται σε κάποιον, ο οποίος προσπαθεί να δείχνει προσόντα, που στην πραγματικότητα στερείται.

 

(φαρδακλός = βάτραχος / συλιούδα = από το συλλιγούδι, είδος σαύρας-βλ. λ. είς Δουκάγγιο / μερμερίτισσα = είδος ερπετού / σφυλίστρα ή σφυρίστρα = σφυρίχτρα)

        Βόδι στυλάτο-νν-άπαρε και γάδαρο-γ-καμπούρη,

        γυναίκα-γ-κοντοστίβαρη και χοίρο-μ-μακρομούρη.  Αφήγηση

 

    Η προκειμένη συμβουλεύει, ποια χαρακτηριστικά πρέπει να προσεχτούν για την εκλογή βοδιού, γαϊδάρου, γυναίκας και χοίρου.

 άπαρε = πάρε / καμπούρης = εδώ, με γεμάτους ώμους / κοντοστίβαρος=κοντός και ισχυρός)

       Γρίκα παπά ΄που το σακ-κί. Αφήγηση

    Απευθύνεται σ΄αυτούς που δεν επίστευαν στα λόγια μας και από άλλη αφορμή, κάποιος άλλος, χωρίς να γνωρίζει τα όσα διαμείφθησαν μεταξύ μας,   επιβεβαιώνει τους λόγους μας.

    Η φράση παρέμεινε από τον ακόλουθο μύθο που αναφέρεται σε παπαδιά μοιχαλίδα.

     *Ήτο μια παπαδιά που  ΄χε-φ-φίλο.  Εσκέβγετο π-πως  ΄άτο-φ-φέρει μεσ ΄  το σπίτι

     -Βρε τι  ά κάουμε, τι  ά κάουμε!

     Λέει της ο φίλος:

      - Ά κάμεις την-ν-άρ(ρ)ωστημένη και να στείλεις το-μ-πα-πά-νν- α ΄ πά ά σου φέρει το λυσσοχόρταρο.

    Το λυσσοχόρταρο-νν-όμως ενέμ-μα-μ-πά ΄στα βουνά, σ΄ένα μ-μακρυνό-χ-χωριό κι έθελε δυό μέρες για να πάεις και δυό για να  ΄ρτεις.

    Καϊτζει ταλοιπονίς η παπαδιά και κάμνει την-ν-άρ(ρ)ωστη.

      -Άχ-χου παπά μου, πεθαίνω…κι  ΄ά σε φήκω μοναχό…

      -Γόχι δα παπαδιά μου, επήες καλέ στο-γ-γιατρό ;

      -Επήα παπά κι είπε-μ-μου ΄ά πιώ λυσσοχόρταρο και π΄ ά το ΄βρούμε!

      - Ά πάω θέλω εγώ ΄ά σου μαέψω, κάμνει της ο παπάς.

   Πιάν-νει λοιπό-γ-κι ο παπάς ο κακομοίρος και σουμαρών-νει το-γ-γάδαρο-ν-του, φορτών-νει και το-χ-χιέπε-ν-του και φεύγει. Έπάαιν-νε-νν-επάαιν-νε,   ήρτε-ν-το βράδυ, λέει ΄ ά πάω σ΄όουτη-δ-δά τη-μ-μάντρα-νν- ά μου δώκου-γ-καένα-γ-γιατ-τάκι-νν- ά π-πέσω.

   Χτυπά τη-μ-πόρτα, βγαίν-νει ένας τσοπάν-νης.

    -Έλα παπά μου μέσα, Ά ΄ο πού έρκεσαι;

    -Να έρκομαι απού το τάδε χωριό και πάω ΄ά κόψω το λυσσοχόρτρο γιατί η παπαδιά μου είναι-νν-άρ(ρ)ωστη.

  Έκουσέ-ν-το-νν-ο τσοπάν-νης, είδε-ν-το-μ-που ΄το-γ-καί καλός άθρωπος, λέει του:

    -Μη-μ-πάεις πούετε παπά. Η παπαδιά σου,  ά με συμπαθάς που σου το λέω, με το θάρ(ρ)ος μαθές, έχει φιλο-γ-κι εδιώξα-σ-σε εσένα για να πομείνου-μ-   μοναχοί τω(ν).

    -Σώπα καλέ, του λέει ο παπάς, η παπαδιά μου  ΄ναι-νν-αγία γυναίκα.

    -Γρίκα που σου λέω εγώ παπά κι άμ-μα θέλεις  ΄ά βάλουμε-γ-και στοίχημα.

    -Εντάξει, του λέει ο παπάς.

    -Βάλε εσύ το-γ-γάδαρο-γ-και το-χ-χιεπέ κι εγώ δέκα κατσίκια. Εντάξει;

    -Εντάξει, κάμνει του ο παπάς.

  Κατηβαίν-νου-λ-λοιπό στο χωριό-ν-του παπά, λέει ο τσοπάν-νης:

    -Τώρα  ά πάμε στο σπί΄-σ-σου  ΄ά δούμε-ν-τι γένεται.

  Πάου-λ-λοιπό, θωρού, εκάητο-μ-μέσα ο φίλος της παπαδιάς κι ετρώα-γ-κιεγλεντούσα Λέι ο τσοπάν-νης:

     -Επίστεψες τώρα;

-Έ,       -Έ,  θα  ΄ναι΄-γ- καλέ καένας φτωχός άθρωπος κι έβαλε-ν-του να φάει.

    -Τα μυαλά σου χολιώ, κακόμ-μοιρε παπά. Ξέεις τι-μ-π΄  ά κάουμε;  Ά σε βάλω θέλω μέσα σ΄ ένα-σ-σακκί κι ά σου ν-νοίξω και δυό τρυπαλ-λάκια να         θωρείς κι ά σου φήκω κα το - μ-πούτζουνα μισόν-νοιχτο-γ-για να παίρεις αέρα. Αέκο ά σε βάλω μεσ΄ στο σπίτι-νν- ά  πά ΄ ΄ ά διακονέψω.

   Βάλλει το-λ-λοιπόν-ν-το-μ-παπά μεσ΄ το σακκί, φορτών-νει το στο-ν-νώμο-ν-του και σίξα για τη-μ-πόρτα-ν-της παπαδιάς. Χτυπά, έκαμνε-ν-της το          διακονιάρη:

-Κα       -Καλέ, έν-ι-μπορείς ΄ ά με βάλεις μέσα ά μου δώκεις ά φάω κομ-μάι:

      -Κι - εν έρκεσαι μέσα άθρωπε μου; Κι - εν έρκεσαι; Να μόθεκε κει τα πράματά σου έδω ΄ ά.

  Και μπαίν-νει μέσα ο τσοπάν-νης και ντουλουμά και το-μ-παπά στο-ν-τοίχο και καϊτζει αντίκρυ στο τραπέζι για να θωρού-γ-κι οι δυό τι θα ΄κάμνα-νν-οι      γαπηννιάρηδες, Έκει ΄ ά ερκινήξα-γ-και τα τραούδια, ήρτα-γ-και στο κέφι κι εκοιϊνέρα-γ-και το-μ-παπά:

                 Παπά στο λυσσοχόρταρο που πάεις καοι γυρίτζεις

                Κι εμείς-ι-ξηφαντών-νουμε-νν-όρνιθα-μ-με το ρύτζι;

Και     Καί χ-χάχ-χα χ-χούχ-χου, γυρίτζει και λέει και του τσοπάν-νη η παπαδιά:

-Έν-       -Εν -ι-ξέεις καλέ κι εσύ καένα-ν-τραούδι;

-Π-π       -Π-πως δεν - ι-ξέω μαθές, λέει της ο τσοπάν-νης:

               Παπά τσακ-κουλ-λοβάλ-λωτε, τσα-κουλ-λοβαλ-λωμένε

               Εκέρδεψα το-γ-γάδαρο-γ-και το χ-χιεπέ-γ-καμένε.

-Έε!      -Έε! Καλό, κάμνει του η παπαδιά, με τι θα πεί;

Συνε      -Συνεχίτζει πιό-γ-κι ο τσοπάν-νης, γυρίτζει κι ώσα το σακ-κί και λέει:

                 Γρίκα παπά που τα σακ-κί κι απ΄ του σακ-κιού την - ντρύπα,

                 και με τα μ-μάτια σου θωρείς κει με τα φτιά σου γρίκα.  

  Και πάει και λύν-νει το κι ερκινήξα-ν-τους και τους δυό τους γαπηννιάρηδες στο ξύλο κι εκάμνα-ν-τους σύχρηστους.

            (λυσσοχόρτο = φυτό με φαρμακευτικές και χρωστικές  ισιότητες, λυσσάρι καϊτζω = καθίζω /χιεπές = δίπηρο / όουτος = αυτός εδώ / πούετε = πουθενά / πούτζουνας = ο λαιμός του σακιού /αέκο = κατόπιν / σίξα = κατ’ευθείαν  / μοθέν-νω = εναποθέτω /  ντουλουμώ = ακουμπώ / γαπηννιάρης = ερωτύλος / κοϊνέρω = κοροϊδεύω / ώσα = προς / ρκινώ = αρχίζω /σύγχρηστος = αγνώριστος , κηλιδωμένος / νεμμώ = φυτρώνω) (βλ. Πολ.,ακούω, 4,10,12,13)

       Ο Θηός τις μύτ-τες κόβγει τες και τα τρουλλιά χαλά τα

Από τις φωτογραφίσεις μου

       και τα μεάλα κάτεργα ξέει και διαλά τα.  Αφήγηση

 

    Συμβουλεύει να μην είναι κανείς εγωιστής και αλαζόνας γιατί θα τιμωρηθεί απ΄ τον Θεό.

   Κατά πληροφορίες της Ευτυχίας Καντούνια, δασκάλας που πέθανε 100 χρονών το  1985, η παροιμία ειπώθηκε και για την τύχη της οικογένειας     Χατζήαγαπητού και καπετάν Σταυρανού Μελιδώνη.

 

(τρουλλί = μικρός τρούλλος, τρουλλιά ύψωναν παλιά οι πλούσιοι της Σύμης πάνω στις στέγες των σπιτιών τους -  ένα τρουλλί φανέρωνε πλούτο 1000 μαϊδιών / κάτεργο = μεγάλο ιστιοφόρο και κουπάδικο πλοίο, εμπορικό / διαλώ = διαλύω)

      Το-θ-θυμό-ν-το-β-βραδυνό φύλαέ το-ν-το πωρνό.   Αφήγηση

 

    Τους θυμούς και τις στενοχώριες της μιας μέρας τους βλέπουμε και τους εκτιμούμε με ψυχραιμία την επομένη. Η παροιμία προήλθε απ΄ τον παρακάτω μύθο:

   Έχε-νν-ένα ξυλοκόπο κι έτζε-μ-με τη-γ-γυναίκα-ν-του πά ΄ στο βουνό, Ήτο-νν-όμως πολ-λύ φτωχοί κι έν εδύνουντα-ν- να τζήσου, κι ήτο-γ-και γκαστρωμένη η κακομοίρα η κόρη. Εφτάσα-μ-πιο-νν-είς το αμήν-αμήν κι ο άντρας έν εγάνταρε -γ-και λέει της γυναίκας του :

    - Γυναίκα φεύγω κάτω στη-μ- πολιτεία-νν- ά πά ά δουλέψω, ά σου στέλλω κι εσουνού, έ΄ είναι χαλί-νν-όουτο, Βγαίν-νει και φεύγει κλιαμένος, βουρκωμένος και πάει στη-μ-πολιτεία. Εγύρευγε-νν-άπ΄ εδώ δουλειά, εγύρευγε-νν-απ΄εκεί δουλειά, στα πισωνά πιο βρίσκει δουλειά-σσ΄ ένα-νν- Οβριό, πολ-λύ σπαγγοραμμένο, έν έδων-νε-ν-τα΄ αγγέλου του νερό, σκορπιούς έχα-νν-οι τζέπες του. Μόνο-νν-η κακομοίρα η Εβραία έδωννέ-ν-του κρυφά τίποτε κι έστελλέ-ν-το της γυναίκας του. Επερνούσα-ν-ταλοιπονίς οι μήνες, επερνούσα-ν-τα ρημάδια τα χρόνια , έν εθώρε-νν-ο κακορίτζικος, έν εθώρε-νν-ο φτω χός καένα-νν-άσπρο. Εντρέπετο-γ-και να γυρέψει. Α τά κοντολοούμε, επεράσα-νν-είκοσι ακ-κέρια χρόνια και μαϊδιά τίποτε. Εντηριέτο-νν-εντηριέτο μέχρι που λέει, ά πάω ά του γυρέψω. Πάει λοιπό-λ-λέει του :

    -Αφεντικό, ήρτα ά μου κάμεις το-λ-λλοαριασμό-νν- ά μου δώκεις τους κόπους μου ά πααίν-νω στο σπί-μ-μου.Πιάνει ο Εβριός και δών-νει του μόνο-ν-τριακό σα γρόσα.Ο φτωχός ο άθρωπος εχόλιασε-μ-μ΄ έν είπε-μ-πάλε τίποτε, μόνο-νν-εποχαιρέτησε-γ-κι-επήε-νν- να φύει. Έκει ά φωνάτζει του ο Εβριός κα λέει του :

    -Δώκε μου τα΄κατό γρόσα ά σου δώκω μια σ-συβ-βουλή.

   Εντρέπετο-νν-ο άθρωπος, δών-νει του τα΄ κατό γρόσα. Λέει του ο Εβριός:

    -.Να μή-σ-σέ μέλλει μη-ρ-ρωτάς, ποτ-τέ κακό-δ-δεν έχεις.

   Πάει ά φύει ο φτωχός, φωνάτζει του πάλε:

    - Φέρε μου άλλα εκατό γρόσα και κούσε και μια-νν-άλλη: 

    - Το δρόμο-σ-σου  να θωρείς κι ά μην-ι-στρέφεις και πααίν-νεις αλλού.

   Γυρίτζει ά φύει, ξαναφωνάτζει του

    - Φέρε και τα΄ άλλα εκατό και πέρε κι άλλη μια-σ-συβ-βουλή : 

    - Το θ-θυμό-ν-το βραδυνό, φύλαε το-ν-το πωρνό.  

    Εχολομάνησε-νν-ο άθρωπος, εκίλιε-γ-κι επάαινε. Στο δρόμο , σε κάτι περβόλια, θωρεί ένα-νν-αραπά-μ-με τις κόκκινες τις χειλάρες κι εκάητο-μ-πάνω σ΄ ένα-δ-δέντρο κι εστόλιτζέ-ν-το με λίρες και φλουριά. Επαραξενεύτη-νν-ο άθρωπος, μ΄ ένερώτηξε, -γ-γιατί εθ-θυμήθη-ν-τη-μ-πρώτη-ν-τη-σ-συβ-βουλή. Ο αραπάς επήε-νν-ά σκάσει απού το κακό-ν-του, γιατί , όποιοι επερνούσα-νν-ερωτούσα-νν- ά μάθουν - ν-τι-μ-που το-μ-που ΄καμνε, και γουλωνώ-νν-έκοβγε-ν-τω-ν-τις κεφαλές κι έχτιτζε-μ-πύργο. Έθελε-νν-ακόμα μια-γ-κεφαλή-γ-για να τον-ν-ι-γλυτώσει. Φωνάτζει λοιπό-γ-και λέει στγο φτωχό :

    - Μόνο-νν-εσού και μοναχός σου ΄ναι-μ-που έν ερώτηξε τι-μ-πού ναι-μ-πού κάμνω, γι΄ αυτό-μ-πάρε γούλα τα φλουριά και τις λίρες και φύε. Εχάρη-νν-ο άθρωπος, εγέλασα-γ-κομ-μάϊ-ν-τα χείλη του. Επορπάτα-νν-επορπάτα, βρίσκει στο δρόμο-γ-καμπόσους καβαλλάρηδες φορτωμένους με χρυσάφι.

    -Ώρα καλή, τους φωνάτζει.

    -Ώρα καλή, του λέου-γ-κι εκείνοι.

    -Που πάτε μαθές φορτωμένοι, λέει εκείνος.

    - Στου βασιλέα παίρουμε-ν- τους φόρους, του λεέου-νν-εκείνοι, αν-ν-είναι ο δρόμος σου χάντες ματζί-μ-μας.

   Επάαιν-νε-γ-κι ο άθρωπος ματζί-ν-τω, μια-μ-που ΄το-νν-ο δρόμος του, για να ΄χει και παρέα. Το βράδυ, λέου-ν-του οι αθρώποι :

    - Χάντε ΄α πάμε-νν-΄απιούμε-γ-καμμιά στο γ-καφενέ.

   Εσκέφτη-νν-όμως εκείνος τη δ-δεύτε-ρη_σ_συβ-βουλή λέει τω :

    - Γόχι, εγώ ΄α κάτσω εδώ.

    - Κάτσε λοιπο-νν-εσού ά φυλάεις το χρυσάφι, ά πάμε-νν-εμείς ΄α ξηροθυμήσουμε, του λέου-νν-εκείνοι.

   Στο δρόμο-νν-όμως που πααίν-να-νν-εσκοτώσα-ν-τους ληστές κι έτσε  επήρε-γ-και το χρυσάφι-νν-ο φτωχός πάνω του. Καμ-μια β-βολά-δ-δά έφτασε στο σπί-ν-του. Χτυπά της γυναίκας του, ν-νοίει του, θωρεί το, έ-ν-τον-ν-ι-γνωρίτζει. Λέει της :

    - Ά π-πέσω εδώ, καλέ, που ΄ μαι μπαϊρδισμένος, κιαύριο-φ-φεύγω; Λέει του εκείνη :

    - Εμένα-νν-ο άντρας μου λείπει, μαθές, κι έν-ι-μπορώ ά σου βάλω μέσα ά π-πέσεις, μόνο-νν- ά πάεις, αντίκρυ, στο στάβλο. Και δώννει του κα κομ-μάι ψωμί. Πάει εκείνος αντίκρυ και καϊτζει να φάει και το ψωμί. Εκεί ά θωρεί και κουρκουνά τη-μ-πόρτα-ν-του σπιτιού του ένας άντρας και θωρεί-το-γ-και μπαίν-νει μέσ΄ στο σπίτι σα-γ-καλός νοικοκύρης. Μόρη, κακό-μ-που-με ΄βρε, λέει μέσα του, ποιος είναι-νν-όου-τος που μπαίνν-νει μεσ΄στο σπί-μ-μου σα-ν νοικοκύρης, ά το-νν-ι-σκοτώσω θέλω. Και σηκών-νει τη-γ-καρταμπίν-να-νν-ά τον-ι-σκοτώσει. Εθ-θυμήθη-νν-όμως τη-ν-τρίτη-σ-συβ-βουλή κι έκατσε-νν- ά ξημερώσει ο Θεός τη-ν-ημέρα. Το πωρνό-νν-όμως θωρεί και βγαίν-νει απ΄ το σπίτι-νν-ένα-μ-παλλικάρι κι εφώνατζε-ν-τη-γ-γυναίκα-ν-του μαμά. Ετότες πιο-νν-εθθυμήθη-νν-ότι έφηκε-γ-και γκαστρωμένη-ν-τη γυναίκα-ν-του κι έτσε εφανερώθη-γ-κι ετζήσα-γ-κι επερνούσα μπέηδες γούλα εκέινα τα πλούτη.»

(πωρνό= πρωϊνό / όουτος = αυτός / στα πισωνά = στο τέλος / ταλοιπονίς = το λοιπόν/ κοντολοώ = κοντολογώ , συντομεύω τα λεγομένα μου / ντηριούμαι =  εντηρούμαι, διαστάζω / χολιώ = πικραίνομαι / χολομανώ = στενοχωρούμαι / κιλιώ = κλαίω / αραπάς = αράπης / γλυτών-νω = τελειώνω / ξηροθυμώ = αναψυχόνομαι , ανανεώνομαι / ν-νοίω = ανοίγω / μπαϊρδισμένος = κουρασμένος / κουρκουνώ = χτυπώ / μόρη = επιφώνημα απορίας ή απογοήτευσης / μαϊδια = χρήματα / κομμάι = λίγο)

     Ψιλό-χ-χοντρό-γ-κατήβατζε κανναβαράκι μ-μου

     απ΄ τ΄ Αλεμύνου το-γ-καμό (ή απ΄ το-γ-καμό-ν-τ΄- Άϊ Γιωργιού).  Αφήγηση

     ή:

     Ψιλό-χ-χοντρό-γ-κατήβατζε κανναβαριδάκι-μ-μξου

     Μα τον-ν- Άη-δ-δειχτοκώλη που ΄δα ΄γω στη-μ-Παναγιά.

    Λέγεται όταν φοβάσαι μήπως πάθεις κάτι που έπαθες στο παρελθόν από αμέλεια ή από κακό χειρισμό και που δεν θέλεις να σου ξανασυμβεί. Για την παραπάνω παροιμία απαντάται στη Σύμη η εξήςπαράδοση:

     «Μια-β-βολά-νν-επαντρεύγα-μ-μια-ν-τεμπέλ-λα-νν-είς τον-ν- Άη-γ-Γιώργη. Αυτή λοίπο-νν- έν έχε-γ-γουννέλ-λα-γ-κι επήε-γ-κι εδανείστηκε-νν-απόύ τη γ-γειτόνισσα. Έγινε-νν-ο γάμος μ΄ η νύφφη έν επήε-νν- ά πάρει πίσω τη-γ-γουννέλ-λα στη-γ-γυ-ναίκα. Μονάχα έβαλλέ-ν-τη-γ-κάθε Κεργιακή κι επάαιν-νε στη-ν-νεκκλησά. Εχολομάνησε-ν-ταλοιπονίς κι η γυναίκα, λέει:

    - Λίμενε ά τη-γ-κανονίσω εγώ την-ν-ακαμάτρα.

   Επήε-λ-λοιπό-γ-και μόλις επόλυκε-νν-η νεκκλησά κι εκατηβαίν-να-νν-οι αθρώποι στα σπίτια τω, εσταμάτηξε-ν-τη-νν-έκει ά στον-ν-Αλέμυνα κι έβγαλε-ν-της τη γ-γουννέλ-λα κι έφηκε-ν-τη-μ-μισοκλουμπαριά. Ε!, από τότες πιο-γ-κι η ακαμάτα εδέησε-νν-ά πιάει να μπλέξει κι αυτή μια-γ-γουννέλ-λα. Κι άμ-μα πιο έκλωθε-ν-το-μαλλί-νν-έλεε-γ-κιόλας:

    - Ψιλό-χ-χοντρ΄ο-γ-κατήβαζε κανναβαράκι-μ-μου απ΄ τ΄ Ά-λεμύνου το-γ-καμό.»(κανναβάρης =άτρακτος /  Αλεμύνας = συνοικία στην άνω πόλη της Σύμης /καμός = καημός / Παναγιά = ενοριακή εκκλησία / γουννέλ-λα ΄ γυνακείος επενδυτής / Κεργαική = Κυραιακή / χολομανώ = στενοχωρούμαι / ταλοιπονίς = το λοιπόν / λιμένω = αναμένω, περιμένω / μισοκλουμπαριά = μισόγυμνη / εδέησε = το αποφάσισε / επόλυκε = έληξε η θρησκευτικη ακολοουθία)

(Βλ. Πολ., αδράχτι , 1 / β) παρ., 247)

       Που το ΄βραν-ν-οί γιουρούκηδες το καραβοκυράτο;

       (δίχους αέρα-γ-και παννιά επήαν-ν-άνω-κάτω).   Αφήγηση

 

   Λέγεται για ΄κείνους που είναι άσχετοι με μια δουλειά και επί πλέον τραχείς και αγροίκοι, από οικογένειες χωρίς παράδοση σε τρόπους και κοινωνικότητα.

 

(γιουρούκης = αγροίκος, τραχύς / καραβοκυράτο = η ιδιότητα να κυβερνάςκαράβια)

      Κώλος κλασμένος, γιατρός χεσμένος.   Αφήγηση

   Όταν ο ανθρώπινος οργανισμός λειτουργεί κανονικά, δεν έχει ανάγκη γιατρού. Στην παροιμία αυτή δίδεται μεγάλη σημασία στην καλή λειτουργία των εντέρων.

      Και της κατσίκας ο κώλος μάστορης είναι.  Αφήγηση  

 

    Τεχνίτες υπάρχουν πολλοί, αλλά ελάχιστοι είναι οι καλοί.

     Μαειρειά προσωρινή και μάτσι-νν-ως τη-μ-πόρτα

     και της μάμμης μου ο χόντρος ως τ΄ Άϊ Γιώργιού τη-μ-πόρτα.   Αφήγηση

 

   Λέγεται επειδή και τα τρία αυτά φαγητά είναι ευκολοχώνευτα.

 

(μαειριά = είδος φαγητού με βάση το σιτάρι / μάτσι = σπιτικά μακαρόνια /χοντρός = τραχανάς ή σιτάλευρο χοντροαλεσμένο)

     Μικρό-γ-κώλο-νν- έν έδειρες

     μεάλο-νν- έ-ν-το-γ-κουμαντέρεις.  Αφήγηση

 

   Συμβουλεύει να μην γίνεται προσπάθεια σωφρονισμού σε άτομα που έχουν ξεπεράσει την παιδική ηλικία, είναι πολύ αργά.

        Της μοίρας τα μελλούμενα μαννάρι-νν-έν-τά κόβγει,

        ως και μαννάρι-ν -τα  ΄κοψε-γ-και πάλε τυχερά ΄το.   Αφήγηση

 

     Το ριζικό του ανθρώπου είναι αναπότρεπτο.Η παροιμία προήλθε από τον εξής μύθο :

   Ήταν ένας πλούσιος καπετάνιος που περιόδευε τα νησιά καιήρθε στη Σύμη, όπου, περπατώντας τους μαχαλάδες της, γνώρισε ένα φτωχό μεροκαματιάρη, στον οποίο υποσχέθηκε να βαφτίσει το νεογέννητο κοριτσάκι του. Είδε όμως στο όνειρο του ότι το κοριτσάκι  αυτό κάποτε θα γινόταν γυναίκα του. Πάνω στην ταραχή του πήρε την απόφαση να σκοτώσει το βρέφος , γιατί δεν καταδεχόταν να πάρει για γυναίκα του μια παρακατιανή. Έπιασε λοιπόν «μαννάρι», το πέταξε στο λαιμό του βρέφους, άφησε πάνω στο κρεβατάκι του ένα σακούλι φλουριά κι έφυγε από το νησί. Ο φτωχός με τα φλουριά αυτά, έγινε πλούσιος και άρχοντας του τόπου. Μετά από πολλά χρόνια γύρισε ο καπετάνιος για να δεί από περιέργεια τι απέγινε ο φτωχός. Στο σημείο όμως που άραξε το πλοίο του αντίκρυσε μια όμορφη κοπέλα που του άρεσε τόσο πολύ, ώστε, αφού ρώτησε και του είπαν ότι ήταν η κόρη του άρχοντα του τόπου, πήγε να την ζητήσει σε γάμο. Ο άρχοντας δέχτηκε κι αφού παντρεύτηκαν, ο καπετάνιος παρατήρησε ότι η γυναίκα του φορούσε μονίμως στο λαιμό ένα μεγάλο χρυσό περιδέραιο. Όταν τη ρώτησε γιατί δεν το έβγαζε, εκείνη του είπε ότι το περιδέραιο το φορούσε για να κρύβει το σημάδι που είχε από μωρό, από χτύπημα με μαννάρι.

 

(μαννάρι = είδος πέλεκυ)  

      Πρωτοννοιαστής, πρωτοκλαστής.   Αφήγηση

 

    Λέγεται επειδή ο περδόμενος  για να σκεπάσει την απροσεξία του και με δόση εγωϊσμού ενδιαφέρεται πρώτος ποιος ήταν τάχα ο δράστης, βγαίνοντας έτσι ο ίδιος αθώος…..

(πρωτοννοιαστής = αυτός που έχει πρώτος την έννοια / πρωτοκλαστής = ο περδόμενος πρώτος)

 

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα:     Ο Κώστας Κοντός γεννήθηκε στη Σύμη το 1956. Είναι κάτοχος πτυχίου Σχολής Στελεχών Ναυτιλιακών Επιχειρήσεων, και σπουδών στο ωδείο μέχρι ειδικής αρμονίας, επίσης διετέλεσε επί τέσσερα χρόνια πρόεδρος της ΑΝΕΣ.. Εργάστηκε 18 χρόνια στην Ιονική Τράπεζα και μετέπειτα στην Alpha Bank. Είναι ο ιδρυτής του Λαογραφικού Αρχείου της Σύμης, πρόεδρος του αναγνωστηρίου η ΄ΑΙΓΛΗ, και του λαϊκού συλλόγου Σύμης ο ΄΄ ΝΙΡΕΥΣ΄ . Eκδότης του περιοδικού ΄ΣΥΜΗ΄ για δέκα χρόνια , έκδοση που προσωρινά σταμάτησε .